Μπορείτε.....

....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Επτανησιακή Λογοτεχνία

Η ανάπτυξη των ελληνικών γραμμάτων στα Εφτάνησα, μέσα από τις διάφορες ξένες κατοχές που κατά μεγάλα διαστήματα γνώρισαν τα νησιά δημιούργησαν την λεγόμενη «Επτανησιακή Σχολή»
Είναι πλέον γεγονός σήμερα ότι τα Εφτάνησα είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερα δική τους ξεχωριστή λογοτεχνία. Μια λογοτεχνία που μπορεί να δείχνει καθαρά πόσο πολύ επηρεασμένη είναι από τους ξένους καταχτητές, χωρίς βέβαια αυτό να θεωρείται σαν ένα κάποιο μειονέκτημα αλλά περισσότερο, μπορεί να πει κανείς ότι δείχνει να αποτελεί ένα ξεχωριστό προτέρημα. Απόδειξη τούτου ότι κατά το διάστημα της Ενετοκρατίας στα Εφτάνησα θα κάμει την εμφάνιση του ένας μεγάλος αριθμός λογίων των ελληνικών γραμμάτων.
Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα ήταν αυτή η χρονική περίοδος, που αποτέλεσε το κέντρο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν στα Εφτάνησα λογοτεχνικοί κύκλοι οι οποίοι, όπως ήταν επόμενο αποτέλεσαν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και των ερευνητών.
Η λογοτεχνική αυτή κίνηση ανέδειξε τα μεγάλα πρόσωπα της λογοτεχνίας των νησιών του Ιονίου αλλά και σημαντικότερα θέματα της Επτανησιακής Σχολής.

Αδιαμφισβήτητα υπήρξε μεγάλη η προσφορά του Διονυσίου Σολωμού στην διαμόρφωση της Επτανησιακής Λογοτεχνίας. Αλλά και η συνέχεια που ακολούθησε με την σημαντική παρουσία του Ιάκωβου Πολυλά, του Λορέντζου Μαβίλη, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και πολλών άλλων, προσέδωσε νέα ανύψωση και μια διαδρομή προοδευτικής εξέλιξης στην Επτανησιακή λογοτεχνία.
Τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που θα σημαδέψουν τον 18ο αιώνα είναι επόμενο να επιδράσουν και στα Εφτάνησα και μπορεί να πει κανείς ότι είναι αυτά τα γεγονότα που θα συμβάλουν στην γέννηση του εφτανησιακού πολιτισμού και κατ΄ επέκταση στην διαμόρφωση της επτανησιακής λογοτεχνίας.

Οι ερευνητές του Ιονίου χώρου, μέχρι σήμερα δεν έχουν μελετήσει όσο πρέπει τις σχέσεις Παιδείας και Λογοτεχνίας στα Εφτάνησα. Η καλλιέργεια της Παιδείας, η ίδρυση πνευματικών φορέων, πνευματικών εταιρειών και σωματείων, καθώς και η εκπαίδευση των Επτανησίων στο εξωτερικό προετοίμασαν το έδαφος για την εξέλιξη της ποίησης και του πεζού λόγου. Οι επιδράσεις της ιταλικής λογοτεχνίας σε μεταφράσεις των Επτανησίων λογοτεχνών και η καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας, της γλώσσας που πρώτος, θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδίδαξε ο Διονύσιος Σολωμός, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της Επτανησιακής Λογοτεχνίας. Η Ιατρική Εταιρεία, η Ιονική Ακαδημία, η Βιβλική Εταιρεία, η Αναγνωστική Εταιρεία, η οποία σώζεται και λειτουργεί μέχρι σήμερα, η Φιλαρμονική Εταιρεία, η Εταιρεία Φιλομαθών, έχουν να επιδείξουν έργο μορφωτικό, έργο πατριωτικό, και η προσφορά τους έχει κριθεί σαν σημαντική στην Επτανησιακή Λογοτεχνία.
.
Μέσα στις αίθουσες της Αναγνωστικής Εταιρείας, που είχε ιδρυθεί στην Κέρκυρα, όταν ο χώρος λειτουργούσε σαν χώρος συνάντησης, ο φιλόσοφος Πέτρος Βραίλας, οι ιστορικοί, Ανδρέας Μουστοξύδης και Ιωάννης Ρωμανός, ο επιστήμων Ζαβιτσιάνος και στην συνέχεια οι Λορέντζος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και Κωνσταντίνος Θεοτόκης πέρασαν μέρες ατέλειωτες εκεί και ήταν εκεί, στις αίθουσες της Αναγνωστικής Εταιρείας που ο χαρακτήρας τους ζυμώθηκε κι έδωσε μορφή στο λογοτεχνικό έργο τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τους Επτανήσιους λόγιους δόθηκε στο σημαντικό εργαλείο της λογοτεχνίας. Στην γλώσσα. Με γενάρχη, δάσκαλο και μεγάλο οδηγητή τον Διονύσιο Σολωμό, η ζωντανή γλώσσα του λαού, η γλώσσα η δημοτική, διαδραμάτησε τον σπουδαιότερο ρόλο στην διαμόρφωση της Επτανησιακής Λογοτεχνίας. Ο κοινός αγώνας όλων αυτών των φορέων είχε σαν αποτέλεσμα την αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας στα Εφτάνησα.

Η κατοχή των νησιών από τους Γάλλους αναμφισβήτητα θα δώσει μια καινούργια ώθηση στην πρόοδο της εφτανησιακής λογοτεχνίας και θα είναι αυτή που θα συμβάλει σημαντικά στην ίδρυση της Ιόνια Ακαδημίας. Της Ακαδημίας που υπήρξε ένα όραμα του Ιωάννη Καποδίστρια και έγινε πραγματικότητα από τον μεγάλο έρωτα του Φρειδερίκου Γκίλφορντ για την Ελλάδα Στην Ιόνιο Ακαδημία από τους ιδρυτές της αποφασίστηκε ότι, ....η νέα ελληνική γλώσσα ήθελε είσθαι το μόνο μέσον διά την παράδοσιν των μαθημάτων εις την Ακαδημίαν.



Ντένης Κονταρίνης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Η πρώτη μέρα του πολέμου

28η Οκτωβρίου. Ημέρα ιστορική. Ημέρα που χαράχτηκε έντονα μέσα στα συρτάρια του νου μου. Και διάλεξα αυτή τη μέρα, σήμερα, σαν ένα διάλειμμα για να προστάξω, από τούτον δω το χώρο, τις μνήμες μου να ξυπνήσουν, Τις μνήμες κείνης της ημέρας,
Δευτέρα πρωί ήτανε κείνη η 28η του Οκτώβρη το 1940, όταν μικρά παιδιά τότε, όπως κάθε μέρα πήραμε το δρόμο για το σκολειό μας. Κανείς, τουλάχιστον από μας, από τον απλό λαό θέλω να πω, δεν είχε ιδέα τι ακριβώς είχε συμβεί κείνο το πρωινό. Ούτε σειρήνες ακούσαμε να ουρλιάζουν, ούτε φωνές ακούστηκαν που να μιλούν για τον πόλεμο.
Η Κέρκυρα σχεδόν αποκομμένη τότε από την υπόλοιπη Ελλάδα μπορεί να πει κανείς ότι ζούσε στον δικό της κόσμο. Το ραδιόφωνο ήτανε ένα σπάνιο πράγμα για το νησί μας και τη μικρή μας πόλη κι είναι ζήτημα αν ένα ή δύο υπήρχαν τότε σε όλο το νησί. Κι όσο για τις εφημερίδες θα έπρεπε να περιμένουμε το πλοίο της γραμμής που ερχόταν κάθε Πέμπτη για να μάθουμε τι γινόταν στον κόσμο.
Έτσι ξεκινήσαμε και φτάσαμε στο σκολειό μας. Έξω από την πόρτα μας περίμενε ο διευθυντής μας με δύο από τις δασκάλες μας . Τις θυμάμαι ακόμη. Ήταν η κυρία Γεωργία και η κυρία Φούλα. Εκεί μάθαμε το τρομερό μαντάτο.
-Γυρίστε γρήγορα στα σπίτια σας, μας είπε ο διευθυντής. Έχουμε πόλεμο με την Ιταλία. Το σχολείο έκλεισε.
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής τρέχοντας και φωνάζοντας.
-Έχουμε πόλεμο με την Ιταλία. Το σκολειό μας έκλεισε.
Και ήτανε αδύνατο τότε να καταλάβουμε αν οι φωνές και τα γέλια ήτανε για το κλείσιμο του σκολειού ή για τον πόλεμο, που καλά-καλά δεν ξέραμε τι ήτανε.
Σαν έφτασα στο σπίτι μας βρήκα εκεί να έχει γυρίσει από τη δουλειά του και ο πατέρας μου και να συζητάει με τους άλλους γειτόνους. Τους άκουσα που έλεγαν μια λέξη που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστη στο παιδικό μας λεξιλόγιο. “ Καταφύγιο” ήταν η άγνωστη λέξη. Κι είχα μείνει να αναρωτιέμαι σαν τι μπορεί να είναι αυτό το πράμμα. Κι ακόμη τους άκουσα να λένε πως κάποια στιγμή μπορεί να φτάσουν πάνω από την πόλη τα αεροπλάνα να ρίξουν τις μπόμπες-έτσι τις έλεγαν-κι ότι τα σπίτια είναι ψεύτικα και δεν θ’ αντέξουν. Κι έλεγαν κι άλλα τέτοια πολλά άγνωστα για μας τα μικρά τότε.
Κάποια στιγμή βρέθηκε το καταφύγιο. Ήταν το υπόγειο από ένα καινούργιο χτισμένο σπίτι το οποίο το είχαν φτιάξει από τσιμέντο και τούβλα. Πράμμα σπουδαίο κείνη την εποχή. Εκεί έμελλε να περάσουμε όλη την διάρκεια που κράτησε ο πόλεμος με τους Ιταλούς με τον κίνδυνο αν έπεφτε μια βόμβα πάνω σε κείνο το σπίτι να θαφτούμε όλοι αφού εκείνο το υπόγειο δεν ήταν καταφύγιο αλλά τάφος.

Κι ενώ λοιπόν νομίζαμε ότι είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τα αεροπλάνα των Ιταλών, όταν αυτά φάνηκαν πάνω στον ουρανό της Κέρκυρας, θάτανε την 1η Νοεμβρίου του ΄40 αν θυμάμαι καλά, κάποιοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και φωνάζανε.
-Είναι δικά μας, είναι ελληνικά.
Λες κι η πατρίδα μας τότε είχε τόσα πολλά αεροπλάνα, που της περίσσευαν να τα στέλνει πάνω από τις πόλεις για περίπατο.
Έτσι οι πρώτες βόμβες που έπεσαν στην πλατεία Σπιανάδα και στο Σαν Ρόκκο, βρήκαν έναν κόσμο να ζητωκραυγάζει και να χειροκροτεί τα αεροπλάνα που αυτά σκορπούσαν το θάνατο πάνω τους.
Οι πρώτοι νεκροί στην Κέρκυρα έπεσαν εκεί, στις δύο πλατείες. Στην Σπιανάδα και στο στην πλατεία Σαν Ρόκκο, βάφοντάς τες με το αίμα τους.
Από κείνη την ημέρα τα ιταλικά αεροπλάνα δεν έλειψα σχεδόν ούτε μια μέρα πάνω από την Κέρκυρα. Κι η μικρή μας πόλη, τελείως ανυπεράσπιστη, δεχόταν τον θάνατο που κουβαλούσαν μέσα στα σπλάχνα τους τα αεροπλάνα. Κι ήταν αυτό μια κατάσταση που σιγά-σιγά αρχίσαμε να την συνηθίζουμε και να ζούμε μ’ αυτήν. Είχαμε μάθει να ζούμε με τον πόλεμο.
.
Ντέννης Κονταρίνης

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Ληξούρι

Αν οι Κεφαλλονίτες είναι τρελοί,
τότε οι Ληξουριώτες είναι πιο τρελοί από τους τρελούς.

Το Ληξούρι στην Κεφαλονιά είναι από τις πιο γραφικές πόλεις στο νησί και η δεύτερη σε πληθυσμό μετά από το Αργοστόλι. Σημαντικότατη πόλη του νησιού, με παραδοσιακά σπίτια πνιγμένα στα λουλούδια, όμορφες πλατείες με γραφικά καφενεία και αξιόλογες εκκλησιές, στηρίζει τη φήμη του στους ανθρώπους του, που είναι έξυπνοι, ευαίσθητοι, φιλικοί, ανοιχτόκαρδοι και με πάρα πολύ χιούμορ. Το Ληξούρι είναι μια ήσυχη , σύγχρονη και μοντέρνα πόλη, που ξαναχτίστηκε από την αρχή, μετά από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953 – τότε είχε καταστραφεί ολοσχερώς . Η ρυμοτομία της και η αρχιτεκτονική της θυμίζουν την παλιότερη Ελλάδα. Το Ληξούρι είναι η πρωτεύουσα του Δήμου Παλικής, περιλαμβάνει 14 Δημοτικά Διαμερίσματα και 22 Οικισμούς, σε μια έκταση 145 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με πληθυσμό 6.500 κατοίκους.
Η πόλη αναφέρεται πρώτη φορά σε έγγραφο του 1534 και είχε σχετικά γρήγορη ανάπτυξη – στην απογραφή του 1583 είχε 581 κατοίκους. Αργότερα διεκδίκησε και την πρωτεύουσα του νησιού, που μεταφερόταν από το κάστρο του Αγίου Γεωργίου, αλλά τελικά αυτή κατέληξε στο Αργοστόλι.
Από τότε μεταξύ των Ληξουριωτών και των Αργοστολιωτών υπάρχει μια αντιπαλότητα την οποία οι κάτοικοι και των δύο πόλεων αντιμετωπίζουν με καυστικό χιούμορ, που πολλές φορές αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Πέρυσι οι Ληξουριώτες έκλεψαν τον καρνάβαλο του Αργοστολίου και τον επέστρεψαν μετά από μερικές μέρες. Έμεινε χαρακτηριστική η μεταφορά της επιστροφής του καρνάβαλου καθώς στην πομπή προηγείτο η φιλαρμονική του Ληξουρίου, ακολουθούσαν οι μεταφορείς του καρνάβαλου και πίσω ακολουθούσε όλο το Ληξούρι. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι έγινε κατά την παράδοση.
Το Ληξούρι βρίσκεται σε μια περιοχή εξαιρετικής ομορφιάς, εκεί που στα παλιά χρόνια ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη της Παλής, ή Παλαιόκαστρο.
Η πόλη άλλαξε ριζικά μετά το 1800 οπότε και κατασκευάστηκαν δρόμοι, εκκλησιές και αρκετά δημόσια κτήρια.


Στην περίοδο της αγγλικής κυριαρχίας – κατοχή των Επτανήσων – το Ληξούρι υπήρξε η έδρα της Λέσχης Ομόνοιας, η οποία διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην Ένωση των νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1848 περίπου 200 οπλισμένοι χωρικοί προσπάθησαν να καταλάβουν την πόλη από τους Άγγλους και συγκρούστηκαν μαζί τους. Η εξέγερση δυστυχώς απέτυχε όπως απέτυχε και η αντίστοιχή της στο Αργοστόλι.
Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Ληξούρι βρίσκεται η Ομηρική Ιθάκη του Οδυσσέα. Στο χωριό Κοντογενάδα λέγεται ότι είχαν ανακαλυφθεί μυκηναϊκοί τάφοι οι οποίοι όμως δυστυχώς δεν διασώζονται.
Η πόλη χωρίζεται από έναν μικρό χείμαρρο τον οποίον περιπεχτικά οι Αργοστολιώτες τον ονομάζουν Σηκουάνα ενώ στο Ληξούρι έχουν δώσει το όνομα Μικρό Παρίσι.
Για να φτάσει κανείς στο Ληξούρι θα πρέπει να ακολουθήσει τον γραφικό παραλιακό δρόμο από το Αργοστόλι, να περάσει τα Κουρουκλάτα, τα Κοντογουράτα και στο Κατοχώρι να στρίψει αριστερά. Αξίζει μια επίσκεψη στους Πετανούς, και στην παραλία του Ξι με την κόκκινη αμμουδιά. Εκεί υπάρχει και το άγαλμα του Ληξουριώτη σατυρικού ποιητή και πεζογράφου, Ανδρέα Λασκαράτου που έχει τις πλάτες του στραμμένες προς το Αργοστόλι. Οι συντοπίτες του ποιητή υποστηρίζουν ότι ο Λασκαράτος γυρνά περιφρονητικά τις πλάτες του στο Αργοστόλι. Ο Ανδρέας Λασκαράτος, μεγάλος πεζογράφος και σατυρικός ποιητής, υπήρξε μια από τις δυνατές παρουσίες στο χώρο της λογοτεχνίας της χώρας μας και με τους κεφαλλονίτικους γλωσσικούς ιδιωματισμούς και την έντονη αντικληρική διάθεση ανάγαγε την σάτιρα σε πραγματικό έργο τέχνης. Στα Ριτσάτα βρίσκεται και το πατρικό σπίτι του μεγάλου μας ποιητή. Στην ίδια πλατεία υπάρχει το άγαλμα του Στάμου Πετρίτση και η εκκλησιά του Αγίου Χαραλάμπου, πολιούχου της πόλης του Ληξουρίου.
Κοντά στην παραλία του Ξι βρίσκεται η περίφημη Κουνόπετρα, ένας βράχος που προεξέχει από την θάλασσα και για πολλά χρόνια κουνιόταν με τον ρυθμό της. Το φαινόμενο όμως αυτό σταμάτησε μετά τους σεισμούς του 1953, όπου άλλαξε και η μορφολογία του εδάφους.

Το Ληξούρι στην Κεφαλονιά είναι από τις πόλεις με τα πολλά αξιοθέατα. Μπορείτε να δείτε την Βαλλιάνειο Επαγγελματική Σχολή, που ήταν φημισμένη σε ολόκληρη την Ελλάδα, την Φιλαρμονική Σχολή και την Πετρίτσειο και Ιακωβάτειο Βιβλιοθήκη, το πανέμορφο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, των Τυπάλδων – Ιακωβάτων με αξιόλογο περιβαλλοντικό χώρο, στο ισόγειο του οποίου φιλοξενείται η βιβλιοθήκη και το μουσείο. Θα βρείτε πάνω από 7.000 βιβλία, συλλογή εικόνων βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής καθώς και χειρόγραφα Ευαγγέλια του 10ου και 15ου αιώνα. Από τις εικόνες που φιλοξενούνται στο μουσείο οι πιο σημαντικές είναι εκείνες που φιλοτεχνήθηκαν από τον Μιχ. Δαμασκηνό. Επίσης σημαντική είναι και η εικόνα “Η Σύναξη της γιορτής του Αγίου Μιχαήλ” που φιλοτέχνησε ο καλόγηρος Φιλόθεος Σκούφος. Ο προαύλιος χώρος έχει διαμορφωθεί κατάλληλα και την θερινή περίοδο πραγματοποιούνται αρκετές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κοντά στο Βουνί υπάρχει ο οικισμός Χαβδάτα που έχει πάρει το όνομα το Μπαλκόνι του Ιονίου για την εκπληκτική θέα που έχει προς το Ιόνιο πέλαγος.
Έχουν ακουστεί πολλές ιστορίες και μερικοί μάλιστα λένε ότι το Ληξούρι και η ευρύτερη περιοχή της Παλικής δεν είναι Κεφαλονιά. Μπορεί να έχουν δίκιο αν σκεφτεί κανείς την μεγαλύτερη ηλιοφάνεια που επικρατεί, καθώς και τους πολλούς αργιλοχωμάτινους όγκους που καταλαμβάνουν την περιοχή.
Στην ενδοχώρα της χερσονήσου συναντάμε πολλούς όμορφους παραδοσιακούς οικισμούς όπως τα Δαμουλιανάτα, Καμιναράτα, Μονοπολάτα, Κοντογενάδα, οι οποίοι έχουν πάρα πολλά αξιοθέατα
Αξίζει τον κόπο μια επίσκεψη στην ιστορική μονή Κηπουραίων. Βρίσκεται 15 χιλ. από το Ληξούρι και χτίστηκε το 1759. Το όνομά της προέρχεται από τους πολλούς κήπους που διατηρούσαν οι μοναχοί. Στην μονή φυλάσσεται η Εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και μέσα σε γυάλινη φιάλη βρίσκεται μύρο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη από τον 7ο αιώνα.
Πολιούχος του Ληξουρίου αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Παλικής, είναι ο Άγιος Χαράλαμπος. του οποίου τη μνήμη οι Ληξουρώτες γιορτάζουν στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Άγιος Χαράλαμπος θεωρείται ο Άγιος που έσωσε το Ληξούρι από τη χολέρα. Όμως δεν υπάρχουν επίσημες γραπτές αναφορές για το γεγονός αυτό. Το πλέον πιθανόν είναι ότι πρόκειται για την επιδημία χολέρας του 1811.
Η γιορτή του προστάτη Αγίου κάθε χρόνο προσλαμβάνει πανηγυρικό χαρακτήρα. Παραβρίσκεται πάντοτε ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας καθώς και πολλοί άλλοι ιερωμένοι από γειτονικά νησιά. Η πομπή της λιτανείας του Θρόνου και της Εικόνας του Αγίου ξεκινάει από το μικρό εκκλησάκι και με την φιλαρμονική του Δήμου να προηγείται πραγματοποιεί το γύρω της μικρής πόλης με στάσεις σε κάποια σημεία για την ανάπεμψη δεήσεων. Με το τέλος της λιτανείας το πανηγύρι συνεχίζεται μέχρι αργά το βράδυ. Το Ληξούρι είναι γνωστό και για το καρναβάλι του που κάθε χρόνο συγκεντρώνει χιλιάδες κόσμου. Tο ληξουριώτικο καρναβάλι είναι ένα μέρος της πολιτιστικής ύπαρξης των Ληξουριωτών και σαν βάση του έχει την σάτιρα. Αξίζει τον κόπο για το ληξουριώτικο καρναβάλι να πούμε πιο πολλά μια άλλη φορά.

Ντένης Κονταρίνης

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Ένας σφαγμένος κόκορας που....ζωντάνεψε!!!

Αγαπητοί μου φίλοι,
Μετά από έναν ονειρεμένο περίπατο στα Διαπόντια νησιά, Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι, μετά από την γνωριμία μας με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια και την επίσκεψή μας στο Μουσείο της Ζακύνθου, νομίζω πως είναι ώρα για λίγο γέλιο. Και πως αλλιώς να γελάσουμε παρά με «τσου κουρλούς Κεφαλονήτες» που όταν ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο στους Κεφαλονήτες έδωσε για.... προίκα την φάρσα. Γιατί μόνο ο κουρλός ο Φρίγκος θα μπορούσε να καταφέρει αυτό που θα διαβάσετε. Απολαύστε το!!!
.
Ένα ολόκληρο χρόνο, η μακαρίτισσα η Μπισκούτσαινα καλοτάιζε τον κόκορά της και τον φοβέριζε.
-Τρώγε μωρέ τον περίδρομο! Πήδα όσο κρατάνε τα κότσια σου! Και λάλιε μέχρι να βγάλεις τα σκώτια σου! Μα σα θα έρθουνε τα Χριστούγεννα θα τα πούμε!...
Και καμάρωνε και καλοτάιζε τον κόκορά της, γιατί τον προόριζε για το Χριστουγεννιάτικο της τραπέζι. Μια κι ο αντρούλης της ο Μπισκούτσης, από τα λίγα κουρέματα και ξουρίσματα που έκανε στο φτωχικό του κουρείο, δεν θα είχε για γαλοπούλα κι αρνί. Μέχρι που έφτασε η μεγάλη της Χριστιανοσύνης μας μέρα και του έκοψε το λαιμό, εκδικούμενη για όσα της έκαμε όλο το χρόνο! Ενώ όπως τον έπλενε και τον καθάριζε αναγλυφότανε και λαχταρούσε κι άψητο να τον φάει!..

Αλλά και καλή και προνοητική νοικοκυρά ήτανε η Μπισκούτσαινα και προ πάντων καλή χριστιανή. Και σαν καλή χριστιανή δεν έπρεπε χριστουγεννιάτικα να μην πάει στην εκκλησιά της. Γι’ αυτό και από την παραμονή έκαμε όλες τις προετοιμασίες του σπιτιού κι ακόμη έστρωσε και το χριστουγεννιάτικό της τραπέζι.
Όσο για τον κόκορα, μόλις ξημέρωσε και τον έβαλε στο ταψί παράγγειλε στον αντρούλη της να μην ξεχάσει αργότερα να της στείλει έναν θεληματάρη να πάει το πουλί εις το φούρνο. Γιατί ο Μπισκούτσης ξεπόρτισε από το χάραμα να πάει να ξυρίσει μερικούς πελάτες του, που θέλανε να είναι Χριστουγεννιάτικα φρεσκοξυρισμένοι. Κι επειδή ήξερε πως ο Μπισκούτσης της ήτανε και χαζούλης και ξεχασιάρης, για τούτο και ξεπορτίζοντας βγήκε στο παραθύρι και του εφώναξε.
-Στο καλό, στο καλό! Αλλά μην ξεχάσεις να μου στείλεις τον θεληματάρη που θα πάει το ταψί με τον κόκορα στο φούρνο. Για να πάω κι εγώ σα χριστιανή στην εκκλησιά μου.
Υπενθύμιση μεγαλόφωνη της Μπισκούτσαινας που έφτασε μέχρι τ΄ αυτιά του σατανικού για τις φάρσες του γειτόνου της, του ράφτη του Φρίγκου.
Ο δε γείτονάς της, ο Φρίγκος, π΄ όλο το χρόνο άκουγε τη Μπισκούτσαινα να μπαίνει στο κοτέτσι της και να φοβερίζει τον κόκορά της, αμέσως και συνέλαβε το σατανικό του σχέδιο. Έτρεξε στην αγορά, βρήκε ένας θεληματάρη, τον καλοπλήρωσε, τον μύησε στο σχέδιό του και τον έστειλε εκ μέρους του Μπισκούτση στη Μπισκούτσαινα να παραλάβει το ταψί για το φούρνο.


Περιττεύει βέβαια να σας πω πως ο Φρίγκος έψησε κι έφαγε με την παρέα του ξέμακρα από τη γειτονιά τους τον κόκορα της Μπισκούτσαινας. Και πως αυτή αρπάχτηκε με τον φούρναρη της γειτονιάς, πως κινήθηκε και η αστυνομία ακόμη χωρίς να βρεθεί το ταψί με τον κόκορα και πως τελικά ο Μπισκούτσης κι η Μπισκούτσαινα νηστίσιμα και καυγαδίζοντας πέρασαν τα Χριστούγεννα. Γιατί όλα τούτα τα έχετε συμπεράνει. Εκείνο όμως που δεν μπορείτε με τη φαντασία σας να συλλάβετε, είναι το ότι ο.....σφαγμένος κόκορας ξαναγύρισε στο κοτέτσι του. Γιατί δεν ξέρετε πως ο Φρίγκος ήτανε ολόσωστος σατανάς για να σκαρώνει και τις πιο απίθανες φάρσες του. Αλλά και πραγματικός άγγελος και όχι κλέφτης. Η δε καλή του καρδιά τον πρόσταξε να κάμει του κόκορα τη νεκρανάσταση. Και μπαίνοντας μετά τα μεσάνυχτα στο κοτέτσι του έπιασε τον κόκορά του. Και μαζί με το ταψί και μ’ ένα καλάθι γεμάτο πατάτες μπήκε και τα κρέμασε στα σύρματα του κοτετσιού της Μπισκούτσαινας. Μόνο που στα δεμένα πόδια του κόκορα κρέμασε κι ένα χαρτί όπου έγραφε.

-Εσύ Μπισκούτσαινα ολόχρονα με φοβέριζες, μ’ έσφαξες και μ’ έβαλες σ’ ένα ταψί με πατάτες. Αλλά εγώ σ’ αγαπάω και ξαναγυρίζω κοντά σου και στις ορφανές μου κοτούλες.
Και το πρωί της επόμενης των Χριστουγέννων, μπαίνοντας νηστική και περίλυπη η Μπισκούτσαινα στο κοτέτσι της για να ταΐσει τις ορφανές της κοτούλες, κόντεψε να λιποθυμήσει από τη χαρά της βλέποντας πως ξαναζωντάνεψε και ξαναγύρισε ο σφαγμένος της κόκορας.
Γιατί ξέχασα να σας ειπώ πως κι ο Μπισκούτσης κι ο γείτονάς του ο σατανικός Φρίγκος είχανε αγοράσει την ίδια μέρα κι από τον ίδιο πουλητή τους δυο κοκόρους και πως μοιάζανε σαν δίδυμα αδελφάκια.

Από το βιβλίο του αείμνηστου Χρήστου Βουνά
«Δυο ώρες με χορτάτα Κεφαλλονίτικα Γέλια»

Ντένης Κονταρίνης

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Το Μουσείο της Ζακύνθου

Είναι πάρα πολλά τα μουσεία που παρουσιάζουν τον πνευματικό πλούτο του νησιού της Ζακύνθου και πραγματικά αξιόλογα τα εκθέματα. Όμως το κύριο μουσείο της, το μουσείο που χαρακτηρίζεται και βυζαντινό, είναι ό,τι πιο σπουδαίο έχει να επιδείξει το νησί.
Το πρωινό της 12ης Αυγούστου του 1953 τα Εφτάνησα χτυπήθηκαν από την μανία του Εγκέλαδου. Μεγάλες οι καταστροφές, ιδιαίτερα στην Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά όπου τη μανία των σεισμών ακολούθησε η καταστρεπτική φωτιά.
Στη Ζάκυνθο ένα από τα πρώτα κτίρια που παραδόθηκαν στις φλόγες ήτανε το κτίριο Μόντε, όπου στις αίθουσές του φιλοξενούσε έναν ανεκτίμητο θησαυρό έργων του υπό διαμόρφωση νέου μουσείου της Ζακύνθου.
.
Η σκέψη να ιδρυθεί ένα μουσείο στη Ζάκυνθο, ξεκίνησε το 1882 με πρωτοβουλία του ιστοριογράφου Παν. Χιώτη όπου η πρώτη συλλογή έργων που συγκεντρώθηκε προσωρινά φιλοξενήθηκε στην Δημόσια Βιβλιοθήκη. Όμως η μικρή αυτή συλλογή θα εμπλουτισθεί με την ίδρυση το 1908 του Μουσείου Μεσαιωνικών και Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Το 1917 ο καθηγητής Νικόλαος Λαμπρόπουλος, επιμελητής του Μουσείου, θα συγκεντρώσει πολλά έργα από το Κάστρο της Ζακύνθου αλλά και από μισοερειπομένες εκκλησίες. Με την συγκέντρωση όλων αυτών των έργων όμως, ο χώρος πλέον παρουσιάζεται μικρός και φυσικά αρχίζει η αναζήτηση για κάτι πιο μεγάλο. Έτσι το 1919 ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος Πλαίσας παραχωρεί τον ναό του Παντοκράτορα στην πλατεία Αγίου Μάρκου.
Φτάνοντας στα 1921 βρίσκουμε μέσα στο ναό και τις δίπλα αποθήκες να υπάρχει ένας μεγάλος αμύθητος θησαυρός από αρχαία βυζαντινά αντικείμενα, πάνω από διακόσιες εικόνες, πολλά ξυλόγλυπτα και ιερά σκεύη.
Ο βυζαντινολόγος Μανώλης Χατζηδάκης φτάνει στη Ζάκυνθο το 1952 σαν απεσταλμένος του Υπουργείου Παιδείας με σκοπό την δημιουργία του Μουσείου στο νέο χώρο όπου είναι το κίτρο του Μόντε.
Λίγες βδομάδες πριν από τους σεισμούς του 1953 με την φροντίδα του Χατζηδάκη είχε αρχίσει η διαμόρφωση των χώρων του νέου Μουσείου το οποίον όμως δεν έγινε ποτέ.
Το πρωινό της 12ης Αυγούστου του 1953 όλη η πόλη της Ζακύνθου είχε μετατραπεί σε μια απέραντη φωτιά και μαζί της και το νέο Μουσείο. Κείνην την ημέρα η καταστροφή της πόλης υπήρξε ολοκληρωτική.
Μετά τις φωτιές και για δύο συνεχείς μήνες ο Χατζηδάκης θα ηγείται των συνεργείων που μέσα από μεγάλους κινδύνους θα προσπαθούν να περισώσουν ό,τι έχει αφήσει η φωτιά. Όσα από τα πολύτιμα έργα διασώθηκαν μεταφέρθηκαν προσωρινά στον ναό του Αγίου Διονυσίου. Παρά τον πανικό και το χάος που επικρατούσε τότε στην Ζάκυνθο, ο Χατζηδάκης κατάφερε να περισώσει έναν σημαντικό αριθμό έργων. Για την ενέργειά του αυτή ο Χατζηδάκης θα ανακηρυχτεί επίτιμος δημότης από τον Δήμο Ζακύνθου.Αφού κάπως ηρεμήσουν τα πράγματα μετά από την μεγάλη συμφορά, αρχίζουν οι διαβουλεύσεις για την δημιουργία του χώρου που θα φιλοξενήσει τους θησαυρούς που έχουν διασωθεί.

Στις 24 Αυγούστου του 1960 ανήμερα της γιορτής του πολιούχου του νησιού Αγίου Διονυσίου θα γίνουν τα εγκαίνια του νέου Μουσείου που έχει χτιστεί στην πλατεία Διονυσίου Σολωμού. Πρόκειται για ένα ωραιότατο κτίριο νεοκλασικού ρυθμού που στις αίθουσές του φιλοξενεί ό,τι έχει διασωθεί από την καταστροφή.
Στους δύο ορόφους υπάρχουν τα έργα ζωγράφων της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς επίσης και έργα επτανήσιων ζωγράφων.
Ο Μανώλης Χατζηδάκης εφρόντισε ώστε οι συλλογές που φιλοξενούνται στο μουσείο να πλουτίζονται από δωρεές αλλά και αγορές έργων. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι το μουσείο της Ζακύνθου είναι το πλουσιότερο μουσείο μεταβυζαντινής τέχνης στην Ελλάδα.
Τον 16ο αιώνα η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική θα γνωρίσει στη Ζάκυνθο αλλά και γενικά στα Επτάνησα, μεγάλη άνθηση και η μακραίωνη αυτή παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η περίοδος αυτή θα αναδείξει εξαίρετους ξυλογλύπτες τα έργα των οποίων αποτελούν έναν από τους θησαυρούς του μουσείου της Ζακύνθου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε μερικά από τα έργα αυτά, όπως το σταυρό του Τέμπλου από τον ναό του Παντοκράτορα, ένα έργο που αποδίδεται στον καλλιτέχνη Βίκτωρα. Το τέμπλο του ιδίου ναού, έργο του δάσκαλου της ξυλογλυπτικής Άγγελου Μοσκέτη. Την Παναγία του Πάθους και σκηνές από το βίο της, ένα έργο που ανήκει στον κρητικό ζωγράφο Ανδρέα Ρίτζο.

Ακόμη, στις αίθουσες του Μουσείου φιλοξενούνται δύο ολόκληρα ξυλόγλυπτα τέμπλα των εκκλησιών του Παντοκράτορα και Αγίου Δημητρίου που σώθηκαν από τους σεισμούς. Πολύ μεγάλος ο θησαυρός του Μουσείου για να μπορέσει να περιοριστεί σ’ ένα μικρό κείμενο. Απομένει σαν ένα σημείο αναφοράς για όλους τους επισκέπτες του νησιού να περάσουν σαν για ένα προσκύνημα από τον ιστορικό αυτό χώρο. Θα είναι μια μεγάλη επιμορφωτική εμπειρία.

Ντένης Κονταρίνης