.
Αγαπητοί μου φίλες και φίλοι.
Μια μικρή απουσία θα κάνουμε σήμερα από τους περιπάτους μας στα Εφτάνησα για να ξεφυλλίσουμε το βιβλίο μου "Οι Άγκυρες" και να απολαύσουμε μια σπαρταριστή ιστορία, αληθινή πέρα για πέρα, στην οποία, χωρίς να το θέλω, υπήρξα ένας από τους πρωταγωνιστές. Απολαύστε την.
-Γεια σου καλλιτέχνη.
Αυτός ήταν ο χαιρετισμός του Μεμά προς το πρόσωπό μου κάθε φορά που συναντιόμαστε. Και δεν ήταν σπάνιες οι συναντήσεις μας. Σχεδόν κάθε βράδυ βρισκόμαστε παρέα στο ζαχαροπλαστείο “Λευκός Πύργος,” στην Αστόρια.
Περνούσα κάθε βράδυ από εκεί, μετά από την δουλειά μου στην εφημερίδα για να δω κανέναν συνάδελφο μια και ο “Λευκός Πύργος” είχε μετατραπεί σε δημοσιογραφικό στέκι. Σχεδόν όλοι εμείς που ασχολούμαστε με τα Μέσα Ενημέρωσης, μαζευόμαστε εκεί. Κι΄ακόμα πιο πολύ περνούσα από εκεί γιατί ήθελα να ζήσω από πρώτο χέρι τους καυγάδες των αναγνωστών μας σχετικά με όσα γράφαμε.
Φυσικά η εφημερίδα μας είχε μια προοδευτική πολιτική τοποθέτηση γνωστή στην Ομογένεια. Και φυσικά ο κάθε Έλληνας έχει μια πολιτική τοποθέτηση που την κουβαλάει μαζί του από τότε που γεννήθηκε. Πως αλλιώς να γίνει όταν γεννιέσαι σε μια οικογένεια που η μισή βρίζει έναν πολιτικό και η άλλη μισή τον θεοποιεί; Επόμενο είναι πως μόλις αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου η πρώτη σου δουλειά είναι να τοποθετηθείς σε μια από τις δυο οικογενειακές ομάδες και να αρχίσεις να παίρνεις μέρος στους καυγάδες και στα μαλώματα.
Εκεί λοιπόν σύχναζα κι΄εγώ τα βράδια “κι΄ανάμεσα στους καπνούς και στις βρισιές”, που λέει ο Βάρναλης στους “Μοιραίους” του, έπινα έναν καφέ και γλεντούσα μ΄αυτόν τον κόσμο γύρω μου που φώναζε, χειρονομούσε, έβριζε κι΄άλλοτε επαινούσε τους πολιτικούς, οι οποίοι σε τελική ανάλυση ποτέ δεν τους κοίταξαν κι΄ούτε ποτέ θα τους κοιτάξουν. Καμιά φορά, σαν γνωστός που ήμουν με όλους εκεί μέσα, προσπαθούσα μάταια να τους φέρω στα λογικά τους.
-Βρε σεις Έλληνες, τους φώναζα. Να σας ρωτήσω να μου πείτε κάτι. Ποιος απ΄όλους αυτούς τους καραγκιόζηδες τους πολιτικούς σας κοίταξε ποτέ και ποιος πιστεύετε ότι θα σας κοιτάξει; Ποιος απ΄όλους αυτούς νοιάστηκε ποτέ για σας και για τα παιδιά σας; Πόσα “ΘΑ” έχετε ακούσει χωρίς ποτέ να δείτε κάτι;
Σταματούσαν για λίγο τις φωνές. Ηρεμούσαν. Έμοιαζαν σαν να μετρούσαν τα λόγια μου. Ώσπου όμως να τραβήξω μια γουλιά καφέ ξανάρχιζαν πάλι.
Εκεί, σε μια τέτοια στιγμή γνώρισα τον Μεμά. Πετάχτηκε πάνω όταν τέλειωσα τις...νουθεσίες μου φωνάζοντας.
-Δεν μας τα λες καλά κυρ-καλλιτέχνη.
-Πρώτα πρώτα δεν είμαι καλλιτέχνης, του είπα και πριν προλάβω να συνεχίσω με διέκοψε.
-Είσαι, είπε με βεβαιότητα, είσαι και μεγάλος καλλιτέχνης. Τα γράφεις πολύ ωραία. Σε διαβάζω κάθε μέρα και σε χαίρομαι που είσαι και πατριωτάκι μου.
Από κάπου είχε μάθει ο Μεμάς πως είχα κάποιες ρίζες κεφαλλονίτικες και με ήθελε πατριωτάκι του. Ένοιωθε κάποια υπερηφάνεια για το νησί μας, μου είχε πει κάποτε.
Από κείνο το βράδυ συνηθίσαμε να αποτραβιόμαστε σ΄ένα ακρινό τραπεζάκι οι δυο μας και να τα λέμε, αφήνοντας τους Έλληνες να σκοτώνονται για τα άλυτα προβλήματα της πατρίδας μας.
-Τώρα εσύ, καλλιτέχνης άνθρωπος τι μπορεί να βρίσκεις εδώ μέσα; μου είπε κάποιο βράδυ.
-Βρε Μεμά, του είπα, πρώτα – πρώτα δεν είμαι καλλιτέχνης. Κάνω τον δημοσιογράφο για να βγάζω το ψωμί μου. Ξέρω δυο αράδες γράμματα, μπορώ και γράφω ένα κομματάκι, φτιάχνω ένα ρεπορτάζ κι΄αυτό είναι όλο. Έπειτα αφού κάνω αυτή τη δουλειά επιβάλλεται να έχω μια άμεση επαφή με τον κόσμο και μια γεύση από πρώτο χέρι για τις αντιδράσεις του. Είναι κι΄αυτό ένα κομμάτι της δουλειάς που κάνω.
-Και μπορείς ορέ καλλιτέχνη να βγάνεις συμπεράσματα από τα γαβγίσματα που κάνουνε ούλοι τούτοι οι κουρλοί δω μέσα;
Γέλασα.
-Πες μου όμως εσύ ρε Μεμά γιατί μαζεύεσαι εδώ μέσα; Απ΄’ο,τι βλέπω τα πολιτικά δεν σ΄ενδιαφέρουν. Τότε γιατί έρχεσαι;
Ο Μεμάς γέλασε μ΄ένα παράξενο γέλιο που πιο πολύ έμοιαζε με σκούξιμο. Με χτύπησε φιλικά στην πλάτη και μου είπε.
-Πρώτα-πρώτα μ’αρέσει να βάνω όλα τούτα τα μόμολα να σκοτώνονται για τα πολιτικά. Και κάθομαι και το γλεντάω.
Μετά αφήνω αυτούς τσου κουρλούς και στέκομαι ώρες εδώ και λιγώνομαι με το μανούλι.
Το μανούλι ήτανε η Μαρίνα, η σερβιτόρα του ζαχαροπλαστείου.
Όμορφη κοπέλα η Μαρίνα. Γύρω στα εικοσιπέντε της. Μελαχρινή με μαύρα μακρυά μαλλιά που έφταναν κάτω από τη μέση της. Ένα όμορφο κουκλίστικο προσωπάκι στολισμένο μ΄ένα ζευγάρι σκούρα πράσινα μάτια. Κι΄ένα κορμί πραγματικά αγαλματένιο. Φορούσε πάντα μαύρη φούστα πολύ κοντή, που άφηνε να φαίνονται δυο υπέροχες γάμπες βάζοντας σε πειρασμό και τους αγγέλους του ουρανού.
Για να είμαι ειλικρινής κείνο το βράδυ που ο Μεμάς μου είπε το μυστικό του, κοίταξα τη Μαρίνα πιο προσεκτικά κι΄είδα πως ο φίλος μου δεν είχε άδικο. Άξιζε να θαυμάζει κανείς τη Μαρίνα. Το μανούλι. Το είχε καταλάβει κι΄η ίδια. Κι΄ίσως ήτανε κάτι που της άρεσε γιατί έκανε ό,τι μπορούσε για να την προσέχουν.
Κοίταξα τον Μεμά ερωτηματικά.
-Αδελφέ μου καλλιτέχνη, μου την έχει δώσει κατακέφαλα, μου είπε με πόνο.
Τον πρόσεξα. Ίσως για πρώτη φορά, τόσον καιρό που τον γνώριζα, τον κοίταξα κάπως πιο προσεκτικά. Κοντός σχετικά, με κύριο χαρακτηριστικό μια εξογκωμένη κοιλιά. Αραιά τα μαλλιά του και τα μάτια του κάπως ξεθωριασμένα από την κούραση, τα χρόνια, τα ξενύχτια. Έδειχνε να είναι κάπου μεταξύ σαράντα με εξήντα. Ίσως ούτε και ο ίδιος θα μπορούσε να προσδιορίσει πόσο χρόνων ακριβώς ήτανε.
-Καλά και τι κάνεις; τον ρώτησα.
-Τι να κάνω; μου είπε κάπως πονεμένα. Κάθομαι εδώ με τις ώρες. Παραγγέλνω καφέ, μου τον φέρνει και την κοιτάζω. Παραγγέλνω κι΄άλλον. Μου τον φέρνει και αναστενάζω. Παραγγέλνω γλυκό. Μου το φέρνει και χαμογελάω λιγομένος. Χαμογελάει το μανούλι. Λιγώνομαι εγώ. Μέχρι που κλείνουνε τα μάτια μου από τη νύστα και παίρνω το δρόμο για το ρημάδι το σπίτι μου και την μοναξιά μου.
Κοίταξα το φίλο μου στ΄αλήθεια με κάποια συμπόνια.
-Τι σκέφτεσαι να κάνεις; τον ρώτησα, ίσως με κάποια διάθεση να τον βοηθήσω. Ο Μεμάς χαμογέλασε.
-Τι λες να κάμω ορέ καλλιτέχνη; μου είπε με την κεφαλλονίτικη προφορά του. Να πέσω στα γόνατα να της κάμω ερωτική εξομολόγηση; Για κοίτα το χάλι μου. Πως σου φαίνομαι να παραστήσω τον Ρωμαίο;
Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Άλλωστε τι μπορούσα να πω όταν ο ίδιος είχε μια κάποια συναίσθηση της θέσης του.
-Λυπάμαι μωρέ Μεμά. Πως να σε βοηθήσω όμως;
Ο Μεμάς χαμογέλασε μελαγχολικά.
-Εσύ τι να κάνεις. Υπάρχει όμως κάποιος που μπορεί να με βοηθήσει, είπε αινιγματικά.
Τον κοίταξα με απορία. Ο Μεμάς σαν να μην με πρόσεξε, συνέχισε.
-Κάποιος που μπορεί να καταφέρει τα πάντα, είπε τονίζοντας τις λέξεις του μία-μία ενώ με κοίταζε επίμονα στα μάτια.
Κι΄έμοιαζε φαίνεται η απορία μου να μεγαλώνει ίσως και γι΄αυτό θέλησε να με βγάλει από την αγωνία κι΄έκανε με τα δυο δάχτυλά του την χαρακτηριστική κίνηση του “χρήματος”. Έμεινα για λίγο άφωνος να τον κοιτάζω.
-Τι σκέφτεσαι να κάνεις βρε αθεόφοβε; τον ρώτησα. Νομίζεις πως με το χρήμα μπορείς να την κάνεις δική σου;
-Εσύ το λες έτσι καλλιτέχνη μου. Εγώ το λέω αλλιώς. Σου προσφέρω ό,τι θέλεις. Σου δίνω μια ζωή παραμυθένια. Μου δίνεις λίγη χαρά;
Σταμάτησε για λίγο και με κοιτούσε χαμογελώντας παράξενα.
-Έχω χρήμα καλλιτέχνη. Πολύ χρήμα.
Στ΄αλήθεια απ΄ό,τι ήξερα, ο Μεμάς είχε πολλά λεφτά. Χρόνια στα καράβια όργωσε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Όπως μου είχε πει, ταξίδεψε σε όλες τις γωνιές της γης. Γνώρισε όλες τις φυλές των ανθρώπων. Κάποτε ναυάγησε μ΄ένα τάνκερ κι΄έμεινε τρία μερόνυχτα πάνω σε μια σανίδα παρέα με τους καρχαρίες και τα σκυλόψαρα. Κάποια μέρα ξεμπαρκάρησε εδώ, στη Νέα Υόρκη μ΄ένα γερό κομπόδεμα και ρίχτηκε στις μπίζνες.
-Δούλευα μέρα-νύχτα, μου είχε πει κάποτε. Μάζευα λεφτά. Πολλές φορές τις νύχτες μόνος μου, ολομόναχος, καθόμουν και σκεφτόμουν. Τι τα μαζεύεις όλα τούτα τα λεφτά ορέ κουρλο-Μεμά; Τι θα τα κάνεις; Οικογένεια δεν έχεις, παιδιά σκυλιά δεν έχεις, στο νησί σου κανένας δεν σε περιμένει. Ποιος θα σου τα φάει όλα τούτα ορέ παλαβέ;
Κι΄όμως δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα να δουλεύει. Έτσι κάποτε βρέθηκε να έχει τρία μεγάλα εστιατόρια, πεντ΄έξη ακίνητα κι΄έναν μεγάλο λογαριασμό σε κάποια τράπεζα.
-Πως δεν πήρες την απόφαση να φτιάξεις οικογένεια μωρέ Μεμά; Τον ρώτησα κάποτε.
-Τι να σου πω ορέ καλλιτέχνη, μου είπε με μια φωνή κάπως λυπημένη. Ούτε κι΄εγώ καλά το ξέρω. Όμως το όνειρο της οικογένειας δεν με τράβηξε ποτέ. Δεν κατάφερα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου πλάι σε μια γυναίκα που να σκουπίζει, να πλένει, να μαγειρεύει, να σκατοσφουγγάει μωρά. Δεν μπορούσα ποτέ να σκεφτώ τον εαυτό μου να μπαίνει σ΄ένα σπίτι που να μυρίζει κρεμμύδι τσιγαριστό. Ακόμη και τα παιδιά, πίστεψέ με, δεν με τράβηξαν ποτέ. Ίσως να φταίει και η ζωή που έζησα κι΄έγινα έτσι. Αμούστακο παιδί βρέθηκα να παλεύω με τη θάλασσα. Ήμουν ένα μικρό παιδί που μ΄έκανε η ανάγκη να νοιώθω μεγάλος. Ένοιωθα άντρας. Είχα γίνει στ΄αλήθεια άντρας.Όταν άλλοι στην ηλικία μου έπαιζαν ακόμη εγώ βρέθηκα να περπατάω στις διάφορες γωνιές του κόσμου με σωματέμπορους και με γυναίκες του δρόμου.
Από μικρός είχε ορφανέψει ο Μεμάς. Μια αδελφή μεγαλύτερη που είχε πήρε κάποιον και χάθηκε. Ούτε κι΄ο ίδιος έψαξε ποτέ για να την βρει. Κατέβαινε στην αγορά του Αργοστολιού κι΄έκανε διάφορα θελήματα για να του δώσουν κάτι να φάει. Κι΄όλο και κάποιος τον άφηνε σε κάποια γωνιά να κοιμηθεί. Σαν μεγάλωσε πήρε τα μάτια του και μπάρκαρε. Συντροφιά του πια η θάλασσα και οι εφήμερες γνωριμίες σε κάθε λιμάνι που πιάνανε.
-Τι να σου πω τι είδανε τα μάτια μου σε τούτα τα ταξίδια μου, μου είπε κάποια άλλη φορά. Καμιά μέρα ορέ καλλιτέχνη να καθίσουμε να σου τα ιστορήσω να φτιάξουμε ένα βιβλίο. Να βγάλεις κι΄εσύ κάνα φράγκο φουκαρά μου που ζεις με το μισθό της πείνας, κι’ έβαλε τα γέλια.
Το μανούλι, η Μαρίνα ήρθε κοντά μας.
-Θέλεις τίποτε άλλο; ρώτησε τον Μεμά χαμογελώντας του γλυκά.
Ο Μεμάς της έπιασε το χέρι. Κι΄είδα με έκπληξή μου πως η Μαρίνα δεν το τράβηξε. Ο Μεμάς παρήγγειλε έναν ακόμη καφέ. Η Μαρίνα έφυγε.
-Κι΄άλλον καφέ μωρέ Μεμά; του είπα. Θα σε πιάσει αϋπνία.
Γέλασε τρανταχτά.
-Και ποιος σου είπε ορέ ότι θέλω να κοιμηθώ; Αν με πάρει ο ύπνος καλλιτέχνη μου πως θα σκέφτομαι τούτο το μανούλι; Μήπως τάχατες έρχεται στα όνειρά μου; Ούτε σ΄αυτά με πλησιάζει. Που θα μου πάει όμως; είπε και έσφιξε τα χείλια του.
Έλειψα για λίγο καιρό στην Ελλάδα. Μόλις γύρισα πήγα το πρώτο κι΄όλας βράδυ στον “Λευκό Πύργo” σε αναζήτηση του Μεμά. Δεν τον βρήκα εκεί. Κι΄όσους κι΄αν ρώτησα κανείς δεν ήξερε τίποτα γι΄αυτόν. Όπως μου είπαν είχε χαθεί ξαφνικά. Και το παράξενο ήταν ότι και η Μαρίνα είχα σταματήσει να εργάζεται εκεί.
-Αυτό είναι ανεξήγητο, μου είπε κάποιος. Την ημέρα που χάθηκε ο Μεμάς σταμάτησε και η Μαρίνα τη δουλειά της.
Οι πιο πολλοί από τους θαμώνες του ζαχαροπλαστείου το είχαν ρίξει στο καλαμπούρι.
-Βάζω στοίχημα ότι ο μουρλοκεφαλονίτης την έκλεψε, μου είπε ένας άλλος.
-Πάψε μωρέ τις αηδίες, μπήκε στη μέση ένας τρίτος. Αυτή πήγε μαζί του. Βρήκε χρήμα. Κορόιδο είναι να μην πάει; Κι΄εγώ να ήμουνα το ίδιο θα έκανα.
-Και σαν τι μπορεί να της κάνει ο Μεμας;
-Το πολύ πολύ να την κοιτάζει και να τρέχουνε τα σάλια του. Αν το είχα εγώ.....
Τους άκουγα και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ και να σκεφτώ τι μπορούσε να έχει γίνει. Μ΄έτρωγε η αγωνία μήπως πάνω στην απελπισία του ο ερωτευμένος φίλος μου είχε κάμει καμιά τρέλα.
Για μέρες τηλεφωνούσα σε γνωστούς και φίλους μήπως και μάθω κανένα νέο για τον Μεμά. Ακόμη και στα εστιατόρια του τηλεφώνησα.
-Δεν ξέρουμε τίποτα, μου είπε ο ένας.
-Το μόνο που μας είπε είναι ότι θα λείψει για λίγο καιρό, μου είπε ο άλλος.
Μέσα στα γράμματα που ήρθαν κάποιο πρωί στο γραφείο μου, ήταν και ένας φάκελος από κάποιο ξενοδοχείο του Puerto Rico. Στάθηκα και τον κοιτούσα περίεργα. Σκεφτόμουν ποια σχέση μπορούσα να έχω εγώ με το εξωτικό αυτό νησί. Όμως ο φάκελος έγραφε το όνομά μου. Έμεινα για λίγο ακόμη να τον κοιτάζω. Τον άνοιξα. Βρήκα μέσα ένα αεροπορικό εισιτήριο μετ΄επιστροφής, ένα έντυπο για ρεζερβέσιον, μερικές φωτογραφίες του ξενοδοχείου και του νησιού κι΄ένα γράμμα που με πληροφορούσε πως μπορούσα να επισκεφτώ το νησί και να μείνω στο ξενοδοχείο όσες μέρες ήθελα. Στο τέλος μου τόνιζαν πως όλα ήσαν πληρωμένα. Στην αρχή ο νους μου πήγε στις βλακώδεις αυτές διαφημίσεις, “κερδίσατε.....ένα ονειρεμένο ταξίδι στην Καριβαϊκή....” και τέτοιες αηδίες, μέχρι που να σε καταφέρουν να αγοράσεις κάτι από αυτούς. Πρόσεξα όμως πως δεν μιλούσε για κάτι τέτοιο. Πήρα τηλέφωνο το ξενοδοχείο.
-Έχουμε μια σουίτα στην διάθεσή σας για όσες μέρες θα θέλατε να μείνετε κύριε, μου απάντησε μια γυναικεία φωνή. Επίσης το φαγητό σας η διασκέδασή σας και ό,τι άλλο χρειαστείτε είναι όλα πληρωμένα. Μόνο ειδοποιήστε μας πότε ακριβώς έρχεστε.
-Μπορώ να ρωτήσω κάτι; είπα με μια φωνή που σχεδόν έτρεμε από την αγωνία.
-Ευχαρίστως κύριε.
-Ποιος μπορεί να είναι αυτός που μου κάνει ένα τόσο μεγάλο δώρο και τι μπορεί να θέλει από μένα;
-Λυπάμαι κύριε αλλά δεν γνωρίζω, μου είπε η κοπέλα.Η εντολή που έχω από την διεύθυνση του ξενοδοχείου μας είναι να σας παρέχουμε κάθε ευκολία και εξυπηρέτηση για να περάσετε όσο γίνεται πιο ευχάριστα.
Μεσολάβησε μια μικρή παύση από μέρους της κοπέλας, που ίσως περίμενε κάποια απάντησή μου.
Άρχισα να πιστεύω πως έμπαινα σε κάποια περιπέτεια με μυστήριο, κάτι σαν τα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι.
-Hello sir! Ακούστηκε η φωνή της κοπέλας. Κι΄ ήταν αυτή η φωνή που με ξανάφερε στην πραγματικότητα.
-Θα μου απαντήσετε τώρα; με ρώτησε με ευγένεια.
-Παρακαλώ δώστε μου λίγο χρόνο, της είπα.
-Όπως θέλετε. Θα περιμένουμε.
Έμεινα λίγο να σκέφτομαι προσπαθώντας να βρω μια λύση σε όλα αυτά. Απότομα σηκώθηκα, πήρα όλα τα χαρτιά και πήγα στο γραφείο του διευθυντή. Άνοιξα την πόρτα χωρίς καν να χτυπήσω. Ίσως το ύφος μου του γέννησε κάποια ανησυχία. Με κοίταξε παράξενα.
-Τι σου κάμανε πάλι; με ρώτησε.
Χωρίς να του απαντήσω άπλωσα όλα τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. Αυτός τα κοίταξε, τα ψευτοδιάβασε και μετά κοίταξε κι΄εμένα.
-Τι είναι όλα αυτά;
-Αυτό ρωτάω κι΄εγώ, του είπα. Τι είναι όλα αυτά;
-Λες να νοστίμισες σε κάποια πλούσια και σε καλή στην αγκαλιά της; Μου είπε και ξέσπασε σ΄΄ενα βλακώδες γέλιο.
-Πάνε αρκετά χρόνια που έπαψα να το παίζω Ρωμαίος, του είπα. Δεν νομίζω ότι είναι ώρα γι΄αστεία.
-Εγώ στη θέση σου θα πήγαινα, μου είπε απλά. Κι΄αν δεν βγει κάποια είδηση θα έχουμε ένα οδοιπορικό για το ένθετο, ίσως και καμιά διαφήμιση. Ξεκίνα το.
Είχα ειδοποιήσει για την ημέρα που θα πήγαινα και τον αριθμό της πτήσης. Σαν έφτασα στο αεροδρόμιο του Σαν Χουάν και βγήκα, στάθηκα για λίγο και κοιτούσα γύρω μου. Πίστευα πως αυτός που με κάλεσε θα πρέπει οπωσδήποτε να με ήξερε και ίσως να με περίμενε. Και δεν έπεσα έξω. Ένας μεσόκοπος στην ηλικία, λίγο κοντός, ντυμένος με μια κομψή στολή οδηγού με πλησίασε.
-Ο κύριος...είπε το όνομά μου με σπασμένα αγγλικά.
-Ναι, του είπα.
-Είμαι ο οδηγός της λιμουζίνα σας. Ελάτε να σας πάω στο ξενοδοχείο. Κι΄έσκυψε να πάρει τις βαλίτσες μου. Του έπιασα το ένα χέρι σταματώντας τον. Στάθηκε και με κοίταζε.
-Μπορείς να μου πεις ποιος σε έστειλε;
-Δεν γνωρίζω κύριε, μου είπε κάπως ταραγμένος. Από το γραφείο μου έδωσαν την εντολή και ήλθα.
-Και πως ξέρεις πως είμαι εγώ αυτός που περίμενες;
Έμοιαζε να τα χάνει για λίγο. Με κοίταξε αμήχανα. Μετά απότομα γέλασε και μου είπε.
-Μα κύριε....Είστε ο μόνος ξένος που κατέβηκε από το αεροπλάνο. Οι άλλοι όλοι φαίνονται πως είναι από δω, ντόπιοι.
Δεν τον πίστεψα. Γύρω μου έστεκαν δυο-τρεις ακόμη που οπωσδήποτε ήσαν ξένοι. Όμως αυτός δεν μου άφησε καιρό να σκεφτώ. Έσκυψε, πήρε τις βαλίτσες μου και προχώρησε προς την έξοδο. Τον ακολούθησα μη μπορώντας να κάμω διαφορετικά.
Η υποδοχή μου στο ξενοδοχείο ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν πρέπει να ήταν αυτή που είχε μιλήσει μαζί μου στο τηλέφωνο. Γνώρισα τη φωνή της καθώς μου είπε.
-Καλώς ήλθατε κύριε.
Την ρώτησα αν χρειάζεται τα στοιχεία μου.
-Δεν χρειαζόμαστε τίποτα κύριε. Τα έχουμε όλα.
Για μια ακόμη φορά έμεινα άφωνος με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.
-Μα πως τα έχετε; τη ρώτησα.
Η κοπέλα δεν φάνηκε να τα χάνει.
-Μα ξεχνάτε κύριε ότι σας στείλαμε και συμπληρώσατε όλα τα σχετικά έντυπα; Ξεχνάτε ότι έχουμε τη διεύθυνση του γραφείου σας, το τηλέφωνό σας;
Και ίσως για να μη μου δώσει χρόνο να σκεφτώ μου είπε.
-Τα πράγματά σας είναι ήδη στη σουίτα σας. Η Τζοανίτα θα σας οδηγήσει.
Η Τζοανίτα ήταν μια πραγματικά πολύ όμορφη πορτορικανή. Ψηλή, μ΄ένα κορμί αγαλματένιο και μακρυά μαύρα μαλλιά. Μου χαμογέλασε σαν γύρισα προς το μέρος της και υποκλίθηκε ευγενικά.
-Ακολουθήστε με κύριε.
Με το ασανσέρ ανεβήκαμε στον έβδομο όροφο. Η Τζοανίτα προχώρησε μπροστά και μου άνοιξε μια πόρτα. Βρέθηκα μέσα σε μια πραγματικά παραμυθένια σουίτα. Μοντέρνα έπιπλα, ένα πολύ μεγάλο κρεββάτι, μπαρ με όλα τα ποτά, πολυτελέστατο μπάνιο. Μια πόρτα σε έβγαζε σε μια βεράντα από όπου μπορούσες να απολαύσεις μια μαγευτική παραλία.
-Για ό,τι χρειαστείτε κύριε, χτυπήστε το κουδούνι. Είμαι η αποκλειστική σας καμαριέρα για όσο καιρό θα μείνετε εδώ.
Υποκλίθηκε και κινήθηκε προς την πόρτα. Μ΄ένα πήδημα βρέθηκα κοντά της. Της έκλεισα τον δρόμο και της έπιασα τα χέρια.
-Πες μου εσύ. Ποιος σ΄ έβαλε καμαριέρα μου;
Με κοίταξε περίεργα.
-Μα από την διεύθυνση του ξενοδοχείου κύριε.
-Ώστε ούτε κι΄εσύ ξέρεις ποιος με κάλεσε εδώ;
-Δεν ξέρω τι μου λέτε κύριε. Χτες με ειδοποίησαν ότι θα αναλάβω αυτή τη σουίτα για όσον καιρό θα μείνετε εδώ. Χαίρετε.
Κι΄έφυγε πριν καλά σκεφτώ να αντιδράσω.
Έμεινα να βηματίζω στο δωμάτιο πάνω κάτω και να νοιώθω σαν ένα λιοντάρι στο κλουβί. Ομολογώ πως είχα αρχίσει να φοβάμαι πως ήταν λάθος μου που δέχτηκα να έλθω. Σταμάτησα πάνω από τη συσκευή του τηλεφώνου και την κοιτούσα. Σήκωσα το ακουστικό. Από την άλλη άκρη άκουσα τη γνώριμη φωνή της κοπέλας από τη ρεσεψιόν.
-Τι επιθυμεί ο κύριος;
-Ο κύριος επιθυμεί να γνωρίζει αν μπορεί να βγαίνει από τη φυλακή του καμιά φορά.
Ακούστηκε κρυστάλλινο το γέλιο της κοπέλας.
-Μα φυσικά κύριε. Μπορείτε να βγαίνετε όποτε θέλετε και να απολαύσετε όλο το νησί. Μπορείτε να πάτε όπου θέλετε, να φάτε ό,τι θέλετε και να διασκεδάσετε όσο θέλετε. Η εντολή που έχουμε είναι να περάσετε όσο γίνεται πιο όμορφα.
-Και ποιος μου τα προσφέρει όλα αυτά, που να πάρει ο διάολος; φώναξα στ΄αλήθεια κάπως οργισμένος.
Η κοπέλα και πάλι γέλασε με το κρυστάλλινο γέλιο της. Όμως και τούτη τη φορά απέφυγε να απαντήσει στην ερώτησή μου.
-Μην ξεχνάτε κύριε πως όλα είναι πληρωμένα. Η ηλεκτρονική κάρτα της σουίτας σας αυτόματα θα χρεώνει τον λογαριασμό σας που υπάρχει για σας στο ξενοδοχείο μας.
-Και.....πόσος είναι αυτός ο λογαριασμός; Ρώτησα κάπως ειρωνικά.
-Δεν υπάρχει περιορισμός κύριε. Μπορείτε να ξοδέψετε όσα θέλετε.
Έμεινα άφωνος. Μύριες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου με ταχύτητα αστραπής. Με γύρισε στην πραγματικότητα ο χαρακτηριστικός ήχος από το κλείσιμο του τηλεφώνου.
Πέρασαν δυο-τρεις μέρες χωρίς να βλέπω κάποια λύση στο μυστήριο της παράξενης τούτης πρόσκλησης. Η αλήθεια είναι ότι είχα πλέον συνειδητοποιήσει πως δεν με είχαν καλέσει με κάποια κακή πρόθεση. Έτσι αποφάσισα να απολαύσω αυτό που τόσο παράξενα μου προσφέρθηκε. Γιατί, στ΄αλήθεια, ποιος ξέρει αν θα είχα την ευκαιρία να το απολαύσω ξανά στη ζωή μου. Έστειλα μια πρώτη ανταπόκριση στην εφημερίδα μου, για να ησυχάσουν κι΄αυτοί εκεί πάνω, και ρίχτηκα να ζήσω την ευκαιρία. Πήγαινα λοιπόν περιπάτους, έκανα τα μπάνια μου και συνήθιζα να πηγαίνω για φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Δεν είχα αποφασίσει πόσο θα μείνω. Πίστευα πως κάποια μέρα αυτός που με κουβάλησε εδώ θα επιχειρούσε ίσως να μου δείξει το πρόσωπό του. Μάταια όμως. Οι μέρες περνούσαν χωρίς κανένα σημάδι. Έτσι αποφάσισα να προκαλέσω εγώ.
Μια μέρα εκεί που έτρωγα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου με πλησιάζει η κοπέλα της ρεσεψιόν.
-Γιατί δεν τρώτε έξω; Με ρώτησε.
-Δεν θέλω να πολυξοδεύω αυτόν ή αυτούς που με κουβάλησαν εδώ, της είπα κι΄αυτή χαμογέλασε.
-Αλήθεια, της είπα ξαφνικά. Μήπως μπορώ να δω τον διευθυντή σου;
Η αντίδρασή της έμοιαζε πως ίσως περίμενε τούτη την ερώτησή μου.
- Μα βεβαίως, μου είπε κι΄έδειχνε χαρούμενη. Ο κύριος διευθυντής μου είμαι σίγουρη πως θα χαρεί πολύ να σας δει.
-Μπορείς να μου πεις βρε κοπέλα μου, πως αφού θα χαρεί να με δει τόσες μέρες δεν έρχεται να με δει;
Για μια ακόμη φορά η κοπέλα μου έδινε την εντύπωση πως απέφευγε μιαν απάντηση.
-Θα σας κλείσω κάποιο ραντεβού και θα σας ειδοποιήσω, μου είπε.
-Και γιατί όχι τώρα, επέμενα εγώ.
-Ο κύριος διευθυντής απουσιάζει σήμερα. Θα σας ειδοποιήσω όμως όταν θα μπορεί να σας δει.
Ανέβηκα στη σουίτα μου. Πριν προλάβω να βγάλω το σακάκι μου χτύπησε το τηλέφωνο.
-Κύριε....ήταν η φωνή της κοπέλας. Ο κύριος διευθυντής μου θα σας δεχτεί αύριο το πρωί στις δέκα.
Και ίσως για να μην προλάβω να ρωτήσω κάτι ακόμα το τηλέφωνο έκλεισε.
Το επόμενο πρωί πριν από τις δέκα ήμουν στην ρεσεψιόν. Σαν με είδε η κοπέλα έβαλε τα γέλια.
-Πω, πω, πω. Τι ανυπομονησία είναι αυτή! Κοίταξε το ρολόι της. Στις δέκα ακριβώς θα σας οδηγήσω στο γραφείο του κυρίου διευθυντή.
Στις δέκα ακριβώς βρισκόμαστε στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου. Όλα γύρω έδιναν την εντύπωση πως βρισκόμουν σ΄ ένα πολυτελέστατο ιδιόκτητο διαμέρισμα. Οι βεράντες όλες ήσαν γεμάτες με εξωτικά φυτά, δίνοντας την όψη ενός παραμυθένιου κήπου. Στις γωνιές των διαδρόμων υπήρχαν όμορφα ολόσωμα αγάλματα. Οι τοίχοι ήσαν στολισμένοι με ωραίους πίνακες. Σταματήσαμε μπροστά σε μια σκαλιστή πόρτα.
-Εδώ είναι το γραφείο του κυρίου διευθυντή, μου είπε. Ελάτε.
Άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε. Δυο κοπέλες καθόντουσαν σκυμμένες στα γραφεία τους. Η κοπέλα της ρεσεψιόν πλησίασε τη μία και κάτι της είπε στη γλώσσα τους. Μετά γύρισε σε μένα.
-Θα περιμένετε γιατί ο κύριος διευθυντής είναι σε σύσκεψη.
Κι΄έφυγε. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και περίμενα. Περνούσε η ώρα χωρίς η σύσκεψη να τελειώνει. Περίμενα πως κάποια στιγμή θα άνοιγε η πόρτα του γραφείου και θα έβλεπα όλους αυτούς που ήσαν στη σύσκεψη να φεύγουν και τον διευθυντή να μου φωνάζει να πάω μέσα. Τίποτε όμως από όλα αυτά. Η πόρτα έμενε πάντα κλειστή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε ακόμη όταν άκουσα το τηλέφωνο να κτυπά.
-Γιες σερ...Γιες...Γιές. είπε η κοπέλα και έκλεισε. Μετά σηκώθηκε και ήλθε μπροστά μου.
-Ο κύριος διευθυντής σας περιμένει, μου είπε. Αυτή εκεί η πόρτα είναι το γραφείο του.
Προχώρησα με βήματα δειλά και κάπως φοβισμένα. Έφτασα στην πόρτα και χτύπησα τόσο αδύναμα που αμφιβάλω αν ακούστηκα. Άνοιξα όμως και μπήκα μέσα. Απέναντί μου είδα μια πόρτα που έβλεπε σε μια βεράντα γεμάτη με παράξενα φυτά. Εκεί, μπροστά στην πόρτα, με τις πλάτες γυρισμένες προς το μέρος μου, στεκόταν ένας άνθρωπος μετρίου αναστήματος, λίγο παχουλός. Ο διευθυντής, σκέφτηκα.
-Καλώς τον φίλο μου τον καλλιτέχνη, ακούστηκε η φωνή του και με αργές κινήσει γύρισε προς το μέρος μου.
Έμεινα άφωνος να τον κοιτάζω και να τα έχω χαμένα. Μπροστά μου στεκόταν ο Μεμάς, ο παλιός μου φίλος. Ήρθε κοντά μου και μ΄αγκάλιασε λιγωμένος στα γέλια.
-Τι έπαθες ορέ καλλιτέχνη και έχεις μείνει σαν άγαλμα;
-Βρε Μεμά εσύ; Τι γυρεύεις εδώ; Τι κάνεις εδώ βρε αθεόφοβε; Κατάφερα να ψελλίσω.
-Δεν σου έχουν πει καλλιτέχνη μου ότι τον Κεφαλλονίτη θα τον βρεις ακόμη και στο φεγγάρι; Μου είπε χωρίς να σταματήσει το γέλιο του.
Προχώρησε στο γραφείο του και πάτησε ένα κουδούνι. Μια διπλανή πόρτα άνοιξε κι΄ένα αιθέριο θηλυκό, ντυμένο μ΄ένα εξωτικό ανσάμπλ φάνηκε να έρχεται προς το μέρος μας γελώντας. Γνωστή φυσιογνωμία, σκέφτηκα και προσπάθησα να θυμηθώ. Όμως τα λόγια του Μεμά μ΄έβγαλαν από τον κόπο.
-Μαρίνα έλα, της είπε. Ο φίλος μας ο καλλιτέχνης είναι εδώ.
Μα βέβαια σκέφτηκα. Η Μαρίνα. Η γκαρσόνα του “Λευκού Πύργου”. Είχα πολύ καιρό να την δω και τώρα μου φάνηκε ακόμη πιο όμορφη από τότε. Ήρθε κοντά μου και με χαιρέτισε χαρούμενη.
-Χαίρομαι που σε βλέπω, μου είπε. Τι γίνεσαι; Τι κάνει ο “Λευκός Πύργος”;
-Καλά, εσείς οι δυο τι κάνετε εδώ; κατάφερα να ρωτήσω.
-Παίζουμε τις κουμπάρες, μου είπε γελώντας ο Μεμάς. Παντρευτήκαμε ορέ καλλιτέχνη. Παντρευτήκαμε. Κι΄ήρθαμε να ζήσουμε εδώ. Στο ξενοδοχείο μου. Στον παράδεισο.
Έμεινα άφωνος για μια ακόμη φορά.
-Παντρευτήκατε; Ρώτησα με μια βλακώδη απορία.
-Βεβαίως, μου είπε η Μαρίνα. Παντρευτήκαμε. Και είπαμε να μείνουμε εδώ. Μακρυά από την Αστόρια και τους περίεργους. Ίσως είναι καλύτερα.
-Άντε Μαρίνα. Πήγαινε ετοιμάσου κι΄ερχόμαστε κι΄εμείς σε λίγο. Της είπε ο Μεμάς.
-Τι έκαμες βρε θηρίο, τον ρώτησα σαν έφυγε η Μαρίνα.
Ο Μεμάς βημάτισε για λίγο μέσα στο δωμάτιο. Άνοιξε ένα πολυτελέστατο κουτί και πήρε ένα ακριβό πούρο. Το άναψε και φύσηξε τον καπνό.
-Θυμάσαι κάποτε καλλιτέχνη μου που μου είχες μιλήσει για κάποιον αρχαίο Έλληνα, Αρχιμήδη τον είπες νομίζω. Διαφήμιζε τούτος ο δικός σου πως μπορούσε να κουνήσει όλη τη γη με τον μοχλό πού χε ανακαλύψει. Τρίχες καλλιτέχνη μου. Ο Μεμάς ο Κεφαλλονίτης κουνάει όλη τη γη με το χρήμα. Με το χρήμα καλλιτέχνη μου. Με το χρήμα!!!
Μετά από κάποια χρόνια, υπεύθυνος για τις κρουαζιέρες στα νησιά της Καριβαϊκής που διοργάνωνε το περιοδικό στο οποίο εργαζόμουν σαν αρχισυντάκτης, βρέθηκα στο Πουέρτο Ρίκο, όπου από εκεί ξεκινούσαμε. Πέρασα από το ξενοδοχείο όπου συνάντησα τον Μεμά και την Μαρίνα να έχουν από ένα αγοράκι ο καθ΄ένας στην αγκαλιά τους. Ας είναι καλά. Δεν τους ξεχνώ.
Φίλες και φίλοι.
Παρακαλώ για μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com Πάντοτε θα βρείτε κάτι ενδιαφέρον.
Μπορείτε.....
....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014
Στα όμορφα χωριά της Λευκάδας.
Κεντρική φωτογραφία για τον Νοέμβρη.
Ο οικισμός Νυδρί Λευκάδας.
Τα όμορφα Εφτάνησα άρχισαν να πωλούνται σε ξένους. Αυτοί οι θησαυροί που τόσο απλόχερα ο Θεός της Ελλάδας χάρισε στην πατρίδα μας, τώρα έχουν αρχίσει να περνούν σε ξένα χέρια. Μετά την Κασσιόπη της Κέρκυρας ο Εμίρης του Κατάρ πήρε την Οξιά και την Άτοκο. Ο Σκορπιός, το νησί του Ωνάση πέρασε σε χέρια Ρώσων. Ο μεγιστάνας Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ το αγόρασε για την κόρη του Γεκατρίνα. Κάποιοι παζαρεύουν την περιοχή “Ναυάγιο” της Ζακύνθου. Περιοχή στην Πύλαρο και η παραλία του Μύρτου κινδυνεύουν. Να δούμε τι θα απομείνει.
Ας απολαύσουμε λοιπόν κάποιους όμορφους περιπάτους όσο τα νησιά μας είναι ελληνικά και μπορούμε. Και ξεκινάμε σήμερα από το...
...Νυδρί.
Πρόκειται για έναν οικισμό της Λευκάδας, ο οποίος στο παρελθόν ήταν ένα μικρό ψαροχώρι. Σήμερα αποτελεί ένα από τους σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς.
Είναι χτισμένος μέσα σε μια καταπράσινη ειδυλλιακή τοποθεσία. Το όμορφο τοπίο με τους πλούσιους αμπελώνες, τα εύφορα περιβόλια και τους ευωδιαστούς κήπους χαρακτηρίζουν την περιοχή και κερδίζουν τον θαυμασμό των επισκεπτών.
Μπροστά στο Νυδρί απλώνονται τα πανέμορφα Πριγκιποννήσια, τα οποία παρουσιάζουν ένα υπέροχο και πανέμορφο σύμπλεγμα που μοιάζει με τα Νορβηγικά φιόρδ.
Απέναντι από το Νυδρί βρίσκονται τα νησάκια Μαδουρή, με το αρχοντικό του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο Σκορπιός, το νησί του Ωνάση και τώρα ιδιοκτησία των Ρώσων Ριμπολόβλεφ, το Σκορπίδι και το Μεγανήσι. Ακόμη ο οικισμός του Νυδρίου διαθέτει μια υπέροχη παραλία η οποία αποτελεί πόλο έλξης για όσους λατρεύουν το κολύμπι. Ο παραλιακός δρόμος είναι γεμάτος από εμπορικά καταστήματα που προσφέρουν χαρακτηριστικά τοπικά προϊόντα.
Από το Νυδρί ξεκινούν τα καΐκια που εξυπηρετούν αυτούς που θέλουν να επισκεφτούν τα άλλα νησιά.
Στο ακρωτήρι του Βλυχού βρίσκεται ο τάφος του Γερμανού αρχαιολόγου Ντέρπφελντ, ο οποίος πίστευε πως η Λευκάδα είναι η ομηρική Ιθάκη και ότι στο Νυδρί βρισκόταν το παλάτι του Οδυσσέα. Πρόκειται για μια θεωρία η οποία ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στην κορφή του λόφου και στην άκρη της χερσονήσου του Βλυχού όπου υπάρχει και το εκκλησάκι της αγίας Κυριακής. Μάλιστα λέγεται ότι το εκκλησάκι αυτό είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού των Νυμφών. Φυσικά δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου σύγχρονες εκκλησίες σκεπάζουν αρχαία μνημεία. Μια επίσκεψη στο Νυδρί θα σας αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις.
Και περνάμε στο..,
...Καλαμίτσι.
Στην νοτιοανατολική πλευρά της Λευκάδας είναι ακουμπισμένος ο ημιορεινός οικισμός Καλαμίτσι ο οποίος είναι ένας από τους ωραιότερους παραδοσιακούς οικισμούς της Λευκάδας. Χτισμένος στην πλαγιά μιας σειράς από μικρούς λόφους είναι στ΄αλήθεια μια ζωγραφιά. “Το Καλαμίτσι τ΄όμορφο π΄ανθεί και λουλουδίζει” λένε χαρακτηριστικά οι κάτοικοί του. Ο οικισμός είναι τελείως αθέατος από την μεριά της θάλασσας. Χτίστηκε σε αυτή την τοποθεσία για να προστατεύεται από τις επιδρομές των πειρατών. Κύρια ασχολία των κατοίκων του οικισμού ήταν η παραγωγή των σιτηρών.
Οι δεκατρείς μύλοι που ακόμα και σήμερα υπάρχουν και αποτελούν ένα από τα αξιοθέατα του χωριού, δείχνουν την ιστορία του και την περίοδο που ευημερούσε οικονομικά. Ενδεικτικό αυτής της ευημερίας είναι το γεγονός ότι το 1825 το χωριό ήταν το μόνο όπου εκτός από την πόλη της Λευκάδας, υπήρχε σχολείο.
Το Καλαμίτσι διαθέτει αρκετές παλαιές εκκλησιές και ξωκλήσια που ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Παναγιά των Κήπων η οποία κάποτε ήταν ένα πλουσιότατο μοναστήρι.
Από τα υψώματα του οικισμού η θέα προς το Ιόνιο είναι φανταστική. Μία από τις πιο όμορφες παραλίες που διαθέτει το Καλαμίτσι είναι η παραλία Κάθισμα. Μια υπέροχη γαλαζοπράσινη θάλασσα και μια ακτή γεμάτη βότσαλα.
Στα δρομάκια του νησιού η ζωή κυλάει ακολουθώντας τον παραδοσιακό της ρυθμό και αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη ότι θα συναντήσετε γυναίκες με την παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά.
Και νάμαστε στη...
...Βασιλική.
Στο νότιο τμήμα της Λευκάδας και περιτριγυρισμένος από μια πυκνή βλάστηση βρίσκεται ο οικισμός της Βασιλικής. Πρόκειται για ένα γραφικό ψαράδικο χωριουδάκι που όμως έχει εξελιχθεί σ΄ένα πολύ γνωστό τουριστικό θέρετρο και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα πιο όμορφα σημεία του νησιού της Λευκάδας.
Πανέμορφη η ομώνυμη παραλία του γεμάτη με βότσαλα και γαλαζοπράσινη θάλασσα συγκεντρώνει πολύ κόσμο που απολαμβάνει το μπάνιο του στα αβαθή νερά της.
Η παραλία αυτή συγκαταλέγεται ανάμεσα στις δέκα καλύτερε παραλίες του κόσμου και στις τρεις καλύτερες της Ευρώπης. Στον κάμπο,του οικισμού της Βασιλικής εντοπίστηκαν ευρήματα που μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίας πόλης.
Το χωριό διακρίνεται για τα στενά γραφικά δρομάκια του. Επίσης αξίζει μια επίσκεψη στην επιβλητική εκκλησιά του οικισμού η οποία είναι αφιερωμένη στην Παναγία.
Κάθε καλοκαίρι γίνονται πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις με τοπικούς παραδοσιακούς χορούς, εκθέσεις με έργα λαϊκής τέχνης και άλλα. Είναι ένας τουριστικός προορισμός που συνδυάζει την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα με την διασκέδαση και την υπέροχη θάλασσα. Αξίζει μια επίσκεψη. Η Λευκάδα έχει πάρα πολλές ομορφιές να μας δείξει. Έτσι κάποια άλλη φορά θα κάνουμε έναν ακόμη περίπατο.
Ο οικισμός Νυδρί Λευκάδας.
![]() |
| Το Κάστρο της Αγίας Μαύρας. |
Ας απολαύσουμε λοιπόν κάποιους όμορφους περιπάτους όσο τα νησιά μας είναι ελληνικά και μπορούμε. Και ξεκινάμε σήμερα από το...
...Νυδρί.
![]() |
| Άποψη του οικισμού. |
Είναι χτισμένος μέσα σε μια καταπράσινη ειδυλλιακή τοποθεσία. Το όμορφο τοπίο με τους πλούσιους αμπελώνες, τα εύφορα περιβόλια και τους ευωδιαστούς κήπους χαρακτηρίζουν την περιοχή και κερδίζουν τον θαυμασμό των επισκεπτών.
![]() |
| Τα Πριγκιποννήσια. |
Απέναντι από το Νυδρί βρίσκονται τα νησάκια Μαδουρή, με το αρχοντικό του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο Σκορπιός, το νησί του Ωνάση και τώρα ιδιοκτησία των Ρώσων Ριμπολόβλεφ, το Σκορπίδι και το Μεγανήσι. Ακόμη ο οικισμός του Νυδρίου διαθέτει μια υπέροχη παραλία η οποία αποτελεί πόλο έλξης για όσους λατρεύουν το κολύμπι. Ο παραλιακός δρόμος είναι γεμάτος από εμπορικά καταστήματα που προσφέρουν χαρακτηριστικά τοπικά προϊόντα.
![]() |
| Μια όμορφη γωνιά στο Νυδρί. |
Στο ακρωτήρι του Βλυχού βρίσκεται ο τάφος του Γερμανού αρχαιολόγου Ντέρπφελντ, ο οποίος πίστευε πως η Λευκάδα είναι η ομηρική Ιθάκη και ότι στο Νυδρί βρισκόταν το παλάτι του Οδυσσέα. Πρόκειται για μια θεωρία η οποία ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στην κορφή του λόφου και στην άκρη της χερσονήσου του Βλυχού όπου υπάρχει και το εκκλησάκι της αγίας Κυριακής. Μάλιστα λέγεται ότι το εκκλησάκι αυτό είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού των Νυμφών. Φυσικά δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου σύγχρονες εκκλησίες σκεπάζουν αρχαία μνημεία. Μια επίσκεψη στο Νυδρί θα σας αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις.
Και περνάμε στο..,
...Καλαμίτσι.
![]() |
| Μια ζωγραφιά το Καλαμίτσι μέσα στους λόφους. |
![]() |
| Τρεις από τους ανεμόμυλους. |
Το Καλαμίτσι διαθέτει αρκετές παλαιές εκκλησιές και ξωκλήσια που ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Παναγιά των Κήπων η οποία κάποτε ήταν ένα πλουσιότατο μοναστήρι.
Από τα υψώματα του οικισμού η θέα προς το Ιόνιο είναι φανταστική. Μία από τις πιο όμορφες παραλίες που διαθέτει το Καλαμίτσι είναι η παραλία Κάθισμα. Μια υπέροχη γαλαζοπράσινη θάλασσα και μια ακτή γεμάτη βότσαλα.
Στα δρομάκια του νησιού η ζωή κυλάει ακολουθώντας τον παραδοσιακό της ρυθμό και αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη ότι θα συναντήσετε γυναίκες με την παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά.
Και νάμαστε στη...
...Βασιλική.
![]() |
| Πανέμορφη η Βασιλική. |
Πανέμορφη η ομώνυμη παραλία του γεμάτη με βότσαλα και γαλαζοπράσινη θάλασσα συγκεντρώνει πολύ κόσμο που απολαμβάνει το μπάνιο του στα αβαθή νερά της.
![]() |
| Η όμορφη παραλία της βασιλικής. |
Το χωριό διακρίνεται για τα στενά γραφικά δρομάκια του. Επίσης αξίζει μια επίσκεψη στην επιβλητική εκκλησιά του οικισμού η οποία είναι αφιερωμένη στην Παναγία.
![]() |
| Άλλη μια όμορφη γωνιά της Βασιλικής. |
Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014
Χωριά και νησάκια στους Παξούς.
Κεντρική φωτογραφία για τον Νοέμβρη.
Ο οικισμός Νυδρί Λευκάδας.
Έναν μικρό περίπατο θα κάνουμε σήμερα, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, να γνωρίσουμε κάποια όμορφα χωριά και κάποια μικρά νησάκια στο σύμπλεγμα των Παξών και Αντιπάξων.
Η ιστορία των Παξών, αλλά και των Αντιπάξων λόγω της γεωγραφικής των θέσης, υπήρξε πάντοτε ένα σταυροδρόμι κατακτήσεων, για κάποιους λαούς που ήθελαν μια πρόσβαση στη Μεσόγειο. Έτσι κάθε κραταιά δύναμη έχει περάσει από το μικρό συγκρότημα των νησιών και έχει αφήσει πάνω τους μια πινελιά από αυτό το πέρασμά της.
Βασικά το σύμπλεγμα των Παξών – Αντιπάξων αποτελείται από έξη μεγάλα και μικρότερα νησάκια ενώ είναι διάσπαρτο από ακατοίκητες βραχονησίδες. Κάποιες από αυτές είναι επισκέψιμες αφού βρίσκονται σε απόσταση λιγότερη των 50μ. από την στεριά.
Μέσα στο λιμάνι του Γαΐου, πρωτεύουσας των Παξών, βρίσκονται δυο νησάκια. Ο Άγιος Νικόλαος και η Παναγιά. Τα νησάκια αυτά από τη θέση που βρίσκονται παρέχουν μια προστασία και ασφάλεια στο λιμάνι του Γαΐου.
Μπορεί να πει κανείς ότι δημιουργούν ένα πανέμορφο φιόρδ
δίνοντας έτσι μια ξεχωριστεί ομορφιά στην περιοχή. Ξέχωρα από αυτό όμως τα δυο νησάκια αποτελούν ένα στολίδι του λιμανιού και μια επίσκεψη είναι μια μεγάλη εμπειρία. Πάνω στο νησάκι του του Αγίου Νικολάου, εκτός από την ομώνυμη εκκλησιάτου υπάρχει και η εκκλησιά και Αγίου Ιωάννη. Επίσης πάνω στο νησάκι θα δείτε ένα ενετικό φρούριο και έναν ανεμόμυλο.
Στο νησάκι της Παναγιάς, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν και νησάκι της Μαντόνα, πάνω του υπάρχει το μοναστήρι της Παναγιάς των Βελλιανιτών. Πάνω στο νησάκι αυτό υπάρχει και ένας γραφικός φάρος. Το μοναστήρι της Παναγιάς περικλείεται από έναν ολόλευκο τοίχο που προσδίδει μια ξεχωριστή ομορφιά.
Ελάτε να περάσουμε από δυο πανέμορφα χωριουδάκια. Ο Οζιάς και τα Μαγαζιά.
Ο Οζιάς και τα Μαγαζιά είναι δύο γραφικά χωριουδάκια των Παξών με έντονο παραδοσιακό χρώμα και πετρόχτιστα σπίτια. Στο χωριό Μαγαζιά ένα παραδοσιακό ελαιοτριβείο έχει μετατραπεί σε Μουσείο Ελιάς, λόγω των απέραντων ελαιώνων που υπάρχουν στο νησί και συγκεντρώνει αρκετούς επισκέπτες. Το όνομά του το χωριό το οφείλει στα καπηλειά που υπήρχαν στην κεντρική του πλατεία και συγκέντρωναν τους κατοίκους του χωριού.
Αξιοθέατα στην περιοχή είναι οι απόκρημνοι πέτρινοι σχηματισμοί με την ονομασία Ερημίτης, όπου εκεί υπάρχει και η ομώνυμη και μια από τις πιο όμορφες παραλίες του νησιού και ο εντυπωσιακός κατακόρυφος βράχος μέσα στη θάλασσα, ο Ορθόλιθος. Επίσης αξιοθέατο είναι το εκκλησάκι του Αγίου Ισαύρου χτισμένο στο υψηλότερο σημείο του νησιού.
Ο Οζιάς είναι ο παλαιότερος οικισμός και απλώνεται σε χαμηλούς λόφους που καταλήγουν σε μια παραλία. Τα σπίτια του είναι πετρόκτιστα με γραφική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Για αρκετά χρόνια ο Οζιάς ήταν το καταφύγιο των εξόριστων Σουλιωτών. Στον Οζιά μπορείτε να επισκεφθείτε τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής εκκλησιάς της Αγίας Μαρίνας. Γεωγραφικά ο Οζιάς αποτελεί οικιστικό χώρο του Γαΐου, πρωτεύουσας των Παξών.
Στο νότιο άκρο των Παξών υπάρχει ένα πανέμορφο καταπράσινο νησάκι. Το Μογγονήσι. Σε πολλά σημεία το νησάκι απέχει μόλις μισό μέτρο από τους Παξούς γι΄αυτό και είναι το μόνο νησάκι που συνδέεται οδικά.
Το Καλτσονήσι είναι κι΄αυτό ριγμένο στη νότια άκρη των Παξών. Πάνω του, στη βορειοδυτική πλευρά του, φιλοξενεί την παλιά εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα η οποία λέγεται ότι φιλοτεχνήθηκε το 1600.μΧ
Όμορφος περίπατος. Κι΄επειδή στο συγκρότημα των Παξών - Αντιπάξων υπάρχουν ακόμα πολλά που αξίζει να δούμε, κάποια άλλη φορά θα ξανάρθουμε.
Παρακαλώ επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com
Σίγουρα θα βρείτε κάτι που θα σας ενδιαφέρει.
Σχολιάστε το.
Ευχαριστώ.
Ο οικισμός Νυδρί Λευκάδας.
Έναν μικρό περίπατο θα κάνουμε σήμερα, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, να γνωρίσουμε κάποια όμορφα χωριά και κάποια μικρά νησάκια στο σύμπλεγμα των Παξών και Αντιπάξων.
![]() |
| Η πρωτεύουσα των Παξών, Λόγγος |
Βασικά το σύμπλεγμα των Παξών – Αντιπάξων αποτελείται από έξη μεγάλα και μικρότερα νησάκια ενώ είναι διάσπαρτο από ακατοίκητες βραχονησίδες. Κάποιες από αυτές είναι επισκέψιμες αφού βρίσκονται σε απόσταση λιγότερη των 50μ. από την στεριά.
![]() |
| Αγιος Νικόλαος. |
![]() |
| Στ΄αλήθεια η περιοχή μοιάζει με φιορδ. |
![]() |
| Το νησάκι της Παναγιάς. |
Ελάτε να περάσουμε από δυο πανέμορφα χωριουδάκια. Ο Οζιάς και τα Μαγαζιά.
Ο Οζιάς και τα Μαγαζιά είναι δύο γραφικά χωριουδάκια των Παξών με έντονο παραδοσιακό χρώμα και πετρόχτιστα σπίτια. Στο χωριό Μαγαζιά ένα παραδοσιακό ελαιοτριβείο έχει μετατραπεί σε Μουσείο Ελιάς, λόγω των απέραντων ελαιώνων που υπάρχουν στο νησί και συγκεντρώνει αρκετούς επισκέπτες. Το όνομά του το χωριό το οφείλει στα καπηλειά που υπήρχαν στην κεντρική του πλατεία και συγκέντρωναν τους κατοίκους του χωριού.
![]() |
| Εντυπωσιακή ομορφιά ο Ορθόλιθος. |
Ο Οζιάς είναι ο παλαιότερος οικισμός και απλώνεται σε χαμηλούς λόφους που καταλήγουν σε μια παραλία. Τα σπίτια του είναι πετρόκτιστα με γραφική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Για αρκετά χρόνια ο Οζιάς ήταν το καταφύγιο των εξόριστων Σουλιωτών. Στον Οζιά μπορείτε να επισκεφθείτε τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής εκκλησιάς της Αγίας Μαρίνας. Γεωγραφικά ο Οζιάς αποτελεί οικιστικό χώρο του Γαΐου, πρωτεύουσας των Παξών.
![]() |
| Το Μογγονήσι. |
![]() |
| Το Καλτσονήσι και η εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα., |
Όμορφος περίπατος. Κι΄επειδή στο συγκρότημα των Παξών - Αντιπάξων υπάρχουν ακόμα πολλά που αξίζει να δούμε, κάποια άλλη φορά θα ξανάρθουμε.
Παρακαλώ επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com
Σίγουρα θα βρείτε κάτι που θα σας ενδιαφέρει.
Σχολιάστε το.
Ευχαριστώ.
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014
Ο Γέρος και η μικρή σκούνα.
Η Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα.
Επίσκεψη στην ανέκδοτη συλλογή μου
"Λίγα σοβαρά και πολλά αστεία"
για μια...γεύση από τα σοβαρά. Από ένα εξώφυλλο περιοδικού η έμπνευση. Απολαύστε το.
Ένα μικρό νησάκι, που μοιάζει ξεχασμένο σε μιαν άκρη κάπου στο Αιγαίο. Στέκει εκεί, που το χέρι του Θεού το πέταξε. Ζωγραφιά του μια νταντελένια ακρογιαλιά και μια σειρά από μικρά σπιτάκια ακουμπισμένα πάνω της. Κι’ είναι ένα ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα γεμάτο από τα πιο όμορφα χρώματα που χαρίζει η φύση. Ένα ηλιοβασίλεμα από εκείνα που μαγεύουν. Υπέροχες εικόνες, που γεμίζουν τη ζωή των απλών ανθρώπων του νησιού.
Ένας απ’ αυτούς κι΄ο Γέρος. Ένα πρόσωπο αυλακωμένο με σκαφτές ρυτίδες, που μάταια προσπαθούν να τις σκεπάσουν τα κάτασπρα γένια του. Τα μαλλιά του γεμάτα από τα χιόνια που άφησε πάνω τους η ζωή στο διάβα της. Και τα μάτια του να λάμπουν ακόμα παράξενα, γεμάτα με μια ζωντάνια.
Με αργά κουρασμένα βήματα και ακουμπώντας στο χοντρό ραβδί του ο Γέρος βγήκε από το μικρό του το σπιτάκι. Προχώρησε προς τα έξω και κάθισε στο πεζούλι της αυλόπορτας. Μπροστά του, λίγα βήματα πιο πέρα, η θάλασσα του μικρού νησιού απλωνόταν γαλήνια, σαν ένα υπέροχο γαλάζιο βελούδο. Ο ήλιος έμοιαζε να προσπαθεί να στείλει βιαστικά τις τελευταίες του αχτίδες στο όμορφο μικρό νησί, πριν να κατηφορίσει και να χαθεί πέρα, μακρυά, εκεί που τέλειωνε η θάλασσα. Λίγο πιο πέρα κάποιοι ψαράδες έριχναν για μια ακόμη φορά τα δίχτυα τους σιγοτραγουδώντας. Ποιος ξέρει; Ίσως αυτή τη φορά να ήσαν πιο τυχεροί.
Κάθισε ο Γέρος μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ ακούμπησε τις πλάτες του στην αυλόπορτα. Τα ρουθούνια του ανοιγόκλεισαν και ρούφηξαν ηδονικά την αλμύρα της θάλασσας. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σακουλάκι με καπνό και ετοιμαζόταν να γεμίσει το τσιμπούκι του, που κρεμόταν στα χείλια του, όταν η ματιά του στάθηκε πάνω σ’ ένα παιγνίδι του μικρού του εγγονού, που ήτανε λίγο πιο πέρα παρατημένο.
“Φτωχέ Γέρο. Παλιέ θαλασσόλυκε. Μη διστάζεις. Άφησε λεύτερη την καρδιά σου να ξεσπάσει. Άφησέ την λεύτερη να φανερώσει τους πόθους που παράκαιρα φωλιάζουν μέσα της. Άφησέ την να σου τραγουδήσει τα όνειρά σου, έστω κι’ αν εσύ τα νομίζεις τόσο τολμηρά. Άφησέ την να σου ψιθυρίσει τις θύμησές σου. Ίσως να ήτανε μια παρόμοια σκούνα κείνο το πλεούμενο, που εδώ και τόσα χρόνια σε πήρε και σένα – παιδί πράμα – από τούτο δω το νησί. Κάπου δεκαπέντε χρόνων ήσουνα τότε. Θυμάσαι; Φίλησες τη δόλια τη μάνα σου – ελαφρό το χώμα της – και φόρτωσες σε κείνο το πλεούμενο όλα τα όνειρά σου. Κι’ ένα πρωινό ακουμπισμένος στην κουπαστή είδες το μικρό σου νησάκι να αχνοφαίνεται, θαμπό σημάδι, στο βάθος του ορίζοντα.Το αγάπησες κείνο το πλεούμενο Γέρο. Το αγάπησες σαν δεύτερο σπίτι σου. Έδεσες τη ζωή σου μαζί με την δική του. Μαζί του πέρασες φουρτούνες, θύελλες, τρικυμίες μεγάλες. Μαζί του μοιράστηκε τις λύπες σου, τις χαρές σου και το ψωμί σου, γεμάτο από την αλμύρα της θάλασσας. Πάνω του έστησες όλα τα όνειρά σου. Έγινε κείνο το πλεούμενο ένα κομμάτι από τον εαυτό σου, ένα κομμάτι από τη ζωή σου. Κείνο το πλεούμενο ήτανε που σε ταξίδεψε σε κόσμους άγνωστους. Σε κόσμους που μόνο στα παραμύθια τους είχες ακούσει. Είδες άλλους ανθρώπους. Γνώρισες τη ζωή τους. Γεύτηκες τις χαρές που σου πρόσφεραν. Είδες άλλες θρησκείες. Κείνο το πλεούμενο ήτανε που σου έμαθε όλα τα μυστικά της ζωής. Μαζί του γνώρισες και την ηδονή του έρωτα.Και τώρα, Γέρος πια κάθεσαι στο σπιτάκι σου, σ’ αυτό το νησάκι που πρωτάνοιξες τα μάτια σου. Και μέσα στο μικρό σου σπιτάκι γεύεσαι όλη τη γαλήνη που τόσο απλόχερα σου προσφέρει η ζωή. Έχεις τη γριά γυναίκα σου και όλη τη φαμελιά σου. Όλοι όσοι σε βλέπουν πιστεύουν πως η ευτυχία σε έχει χαϊδέψει απλόχερα. Γιατί στ’ αλήθεια, σαν τι μπορεί να σου λείπει για να μην είσαι ευτυχισμένος; Σαν τι να αποζητάς ακόμη για να νοιώσεις την ευτυχία να γεμίζει το είναι σου στη λίγη ακόμη ζωή που σου απομένει; Όμως μόνο η μικρή σκούνα, το παιχνιδάκι του εγγονού σου, που με τόση λαχτάρα κρατάς στα χέρια σου θα μπορούσε να πει σε όλους τι σου λείπει. Μόνο η μικρή σκούνα θα μπορούσε να πει σε όλους πόσο πολύ ποθείς να γίνεις για μια μέρα νιος. Μόνο για μια μέρα. Ν’ ανέβεις πάνω της και να βρεθείς μαζί της μακρυά. Μέσα στην αγριεμένη θάλασσα. Να νοιώσεις ξανά τις πρωτινές έντονες συγκινήσεις σου .Να σε χτυπήσει αλύπητα για μια ακόμη φορά η αλμύρα της θάλασσας. Να αισθανθείς το κορμί σου να το τυλίγει η ανατριχίλα, αντικρίζοντας το άγριο κύμα να χτυπάει με λύσσα τα πλευρά του πλεούμενου. Ν’ ακούσεις το τραγούδι των γλάρων. Ν’ αφήσεις το βλέμμα σου τη νύχτα να πλανηθεί ψηλά, στον κόσμο των άστρων. Να μιλήσει με τις δυο Αρκούδες. Τη Μικρή και τη Μεγάλη. Να ψάξεις και να βρεις το αστέρι του Νότου. Και να σου κρατήσει συντροφιά η Πούλια σα θα είσαι βάρδια στο τιμόνι.Για μια ακόμη φορά να κάμεις ένα ταξίδι πάνω στα κύματα και πάνω στους αέρηδες. Και μετά.....Ω ! ! ! μετά.....Ήσυχα, ήσυχα ας κλείσουν τα μάτια σου. Φτωχέ Γέρο.”
Όλα αυτά θα μπορούσε να πει κείνο το δάκρυ, που αργοκύλησε από τα γεροντίστικα μάτια. Όμως κι’ αυτό φοβισμένο στέγνωσε στην άκρη του ματιού. Κι’ ο Γέρος, με κινήσεις αργές και κουρασμένες, σηκώθηκε. Με κλωνισμένα βήματα προχώρησε προς τη θάλασσα. Άφησε τη μικρή σκούνα να γλυστρήσει από τα χέρια του και να ακουμπήσει απαλά πάνω στο γαλάζιο βελούδο. Κι’ όπως τη λίκνιζε το μικρο κύμα άφησε και αυτός τα γεροντίστικα όνειρά του να λικνιστούν μαζί της, κάτω από τις τελευταίες χρυσοκόκκινες ανταύγειες του ήλιου, πλάι στο τραγούδι των ψαράδων, στην ήρεμη ακρογιαλιά του νησιού του.
Φίλες και φίλοι μου. Περάστε από την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com Πάντα θα βρήτε κάτι ενδιαφέρον. | ||
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014
Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Κεντρική φωτογραφία για τον Οκτώβρη.
Η Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα.
Ο λογοτέχνης και διανοούμενος που δέσποσε στα ελληνικά γράμματα στις αρχές του 20ου αιώνα.
Μετά την πτώση της Πόλης το 1453 θα εγκατασταθεί στην Κέρκυρα η οικογένεια Θεοτόκη, το αρχοντικό της οποίας σήμερα διαμορφωμένο εσωτερικά στεγάζει το ονομαστό σε όλον τον κόσμο ξενοδοχείο “Bella Venezia”.
Χάριν της ιστορίας να πω ότι το ξενοδοχείο αυτό κατεστράφη ολοσχερώς από εμπρηστική βόμβα που δέχτηκε την νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου του 1943 όταν οι Γερμανοί βομβάρδισαν και κατέκαυσαν σχεδόν όλη την πόλη της Κέρκυρας. Μετά τον πόλεμο το ξενοδοχείο ανοικοδομήθηκε πάντα στην αρχική του μορφή.
Εκεί, στο κτίριο αυτό, στην πόλη της Κέρκυρας, ιδιοκτησίας της οικογενείας Θεοτόκη, γεννήθηκε το 1872, ο Στέφανος – Κωνσταντίνος Θεοτόκης, μια εμβληματική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Πατέρας του ήτανε ο Μάρκος Θεοτόκης και μητέρα του η Αγγελική Πολυλά, ανιψιά του Ιάκωβου Πολυλά.
Τα πρώτα του γράμματα ο νεαρός Θεοτόκης διδάχτηκε στο ιδιωτικό σχολείο του Κοντούτη και στη συνέχεια φοίτησε για οκτώ χρόνια στο Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας όπου εκεί τελείωσε το γυμνάσιο το 1888.
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών μαζί με τον αδελφό του εκδίδουν την εφημερίδα ΕΛΠΙΣ. Αυτή ήταν η πρώτη του φιλολογική εμφάνιση.
Μετά την αποφοίτησή του από το Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας φεύγει στο Παρίσι όπου παρακολούθησε φιλολογία, μαθηματικά, ιατρική και χημεία. Όμως δεν κατάφερε να πάρει κανένα δίπλωμα.
Εκτός από την γαλλική γλώσσα σπούδασε αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά και λατινικά. Έτσι πολύγλωσσος εκτός από την πεζογραφία ασχολήθηκε και με την μετάφραση.
Στη Βενετία όπου βρισκόταν για σπουδές γνώρισε τη Βαρόνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερή του την οποία και παντρεύτηκε δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία.
Μετά από ένα χρόνο θα επιστρέψει στην Κέρκυρα και με την σύζυγό του θα εγκατασταθούν στον πύργο της οικογένειας που είχαν στον οικισμό Καρουσάδες.
Με την εγκατάστασή του στην Ελλάδα θα γνωριστεί με τον Λορέντζο Μαβίλη και θα είναι από τους πρώτους που θα προσχωρήσει στο κίνημα του δημοτικισμού. Στην κίνησή του αυτή θα έλθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες με τις οποίες έχουν κάποια σχέση τα έργα του. Γνωρίζοντας την σοσιαλιστική ιδεολογία προχώρησε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κέρκυρας.
Σημαντική είναι η προσφορά του στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας
Στα κείμενά του διαφαίνεται η δραματικότητα της αφήγησης. Τα διηγήματά του που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον τίτλο Κορφιάτικες Ιστορίες ζωγραφίζουν την απλότητα και την λιτότητα της κερκυραϊκής ζωής στην εποχή του.
Το 1917 συμβαίνει η πτώση της Αυστροουγγρικής μοναρχίας και ο Θεοτόκης με την σύζυγό του χάνουν όλη την περιουσία τους.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήσαν πάρα πολύ δύσκολα. Η άθλια οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να έχει ούτε τα απαραίτητα. Αλλά και η κατάσταση της υγείας του αποτελούσε πλέον ένα μεγάλο πρόβλημα. Υπέφερε από καρκίνο του στομάχου όπου μετά την εγχείρηση που έκαμε στον Ευαγγελισμό στην Αθήνα, οι γιατροί του συνέστησαν να φύγει για την Κέρκυρα.
Εκεί, στον πύργο του θα αφήσει την τελευταία του πνοή την πρώτη Ιουλίου του 1923.
Στον χώρο της δημιουργικής λογοτεχνίας και ειδικότερα στον χώρο της κοινωνικής λογοτεχνίας, ο Θεοτόκης ασχολήθηκε με την πεζογραφία αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό έργο. Στο δημιουργικό του ξεκίνημα ένας μεγάλος αριθμός από διηγήματα είναι γεγονός ότι είναι επηρεασμένα από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Η πρώιμη περίοδος της συγγραφικής του δραστηριότητας είναι φανερά επηρεασμένη από τη γνωριμία του με το έργο του Νίτσε.
Επίσης ασχολήθηκε με μεσαιωνικά θέματα και άλλα απομακρυσμένα από την σύγχρονη πραγματικότητα. Σύντομα όμως πραγματοποίησε στροφή και ασχολήθηκε στα διηγήματά του με την ψυχογραφική ηθογραφία και τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Σαν σταθμοί της συγγραφικής του πορείας θα πρέπει να χαρακτηριστούν τα έργα του, "Η τιμή και το χρήμα"
"Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα", "το Πάθος," "το Πίστομα," "Οι σκλάβοι στα δεσμά τους," "Κατάδικος" και πολλά άλλα. Στο έργο του Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα η πλοκή του έργου οργανώνεται αφηγηματικά με βάση ένα κεντρικό πρόσωπο.
Εννενηνταένα χρόνια μετά το θάνατό του και η πνευματική φυσιογνωμία του Θεοτόκη παραμένει πάντα επίκαιρη.Η δύναμη της πέννας του εξακολουθεί να προκαλεί φιλολογικό ενδιαφέρον.
Φίλες και φίλοι.
Παρακαλώ περάστε και από την ιστοσελίδα μου
http://hellascafe.blogspot.com.
Φιλοξενώ ένα σπουδαίο ιστορικό κείμενο του καλού μου φίλου γιατρού Μιχαήλ Φωτίου, από την Θεσσαλονίκη, για την επέτειο των 110 χρόνων του Μακεδονικού αγώνα που γιορτάζουμε την Κυριακή 26 Οκτωβρίου.
ΠΗΓΕΣ
w.Corfu today.com
w.corfu2travel.com
w.Corfu Time.gr
w.corfunewsit.com
Η Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα.
Ο λογοτέχνης και διανοούμενος που δέσποσε στα ελληνικά γράμματα στις αρχές του 20ου αιώνα.
Μετά την πτώση της Πόλης το 1453 θα εγκατασταθεί στην Κέρκυρα η οικογένεια Θεοτόκη, το αρχοντικό της οποίας σήμερα διαμορφωμένο εσωτερικά στεγάζει το ονομαστό σε όλον τον κόσμο ξενοδοχείο “Bella Venezia”.
![]() |
| Το ξενοδοχείο "Bella Venecia" όπως είναι σήμερα. |
Εκεί, στο κτίριο αυτό, στην πόλη της Κέρκυρας, ιδιοκτησίας της οικογενείας Θεοτόκη, γεννήθηκε το 1872, ο Στέφανος – Κωνσταντίνος Θεοτόκης, μια εμβληματική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Πατέρας του ήτανε ο Μάρκος Θεοτόκης και μητέρα του η Αγγελική Πολυλά, ανιψιά του Ιάκωβου Πολυλά.
![]() |
| Σκίτσο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. |
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών μαζί με τον αδελφό του εκδίδουν την εφημερίδα ΕΛΠΙΣ. Αυτή ήταν η πρώτη του φιλολογική εμφάνιση.
Μετά την αποφοίτησή του από το Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας φεύγει στο Παρίσι όπου παρακολούθησε φιλολογία, μαθηματικά, ιατρική και χημεία. Όμως δεν κατάφερε να πάρει κανένα δίπλωμα.
Εκτός από την γαλλική γλώσσα σπούδασε αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά και λατινικά. Έτσι πολύγλωσσος εκτός από την πεζογραφία ασχολήθηκε και με την μετάφραση.
Στη Βενετία όπου βρισκόταν για σπουδές γνώρισε τη Βαρόνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερή του την οποία και παντρεύτηκε δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία.
![]() |
| Η εξωτερική είσοδος του πύργου όπως είναι σήμερα. |
Με την εγκατάστασή του στην Ελλάδα θα γνωριστεί με τον Λορέντζο Μαβίλη και θα είναι από τους πρώτους που θα προσχωρήσει στο κίνημα του δημοτικισμού. Στην κίνησή του αυτή θα έλθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες με τις οποίες έχουν κάποια σχέση τα έργα του. Γνωρίζοντας την σοσιαλιστική ιδεολογία προχώρησε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κέρκυρας.
Σημαντική είναι η προσφορά του στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας
![]() |
| Εξώφυλλο βιβλίου του. |
Το 1917 συμβαίνει η πτώση της Αυστροουγγρικής μοναρχίας και ο Θεοτόκης με την σύζυγό του χάνουν όλη την περιουσία τους.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήσαν πάρα πολύ δύσκολα. Η άθλια οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να έχει ούτε τα απαραίτητα. Αλλά και η κατάσταση της υγείας του αποτελούσε πλέον ένα μεγάλο πρόβλημα. Υπέφερε από καρκίνο του στομάχου όπου μετά την εγχείρηση που έκαμε στον Ευαγγελισμό στην Αθήνα, οι γιατροί του συνέστησαν να φύγει για την Κέρκυρα.
![]() |
| Η εσωτερική είσοδος του πύργου. |
Στον χώρο της δημιουργικής λογοτεχνίας και ειδικότερα στον χώρο της κοινωνικής λογοτεχνίας, ο Θεοτόκης ασχολήθηκε με την πεζογραφία αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό έργο. Στο δημιουργικό του ξεκίνημα ένας μεγάλος αριθμός από διηγήματα είναι γεγονός ότι είναι επηρεασμένα από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Η πρώιμη περίοδος της συγγραφικής του δραστηριότητας είναι φανερά επηρεασμένη από τη γνωριμία του με το έργο του Νίτσε.
Επίσης ασχολήθηκε με μεσαιωνικά θέματα και άλλα απομακρυσμένα από την σύγχρονη πραγματικότητα. Σύντομα όμως πραγματοποίησε στροφή και ασχολήθηκε στα διηγήματά του με την ψυχογραφική ηθογραφία και τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Σαν σταθμοί της συγγραφικής του πορείας θα πρέπει να χαρακτηριστούν τα έργα του, "Η τιμή και το χρήμα"
![]() |
| Ένα από τα πλέον σημαντικά έργα του μεγάλου λογοτέχνη. |
Εννενηνταένα χρόνια μετά το θάνατό του και η πνευματική φυσιογνωμία του Θεοτόκη παραμένει πάντα επίκαιρη.Η δύναμη της πέννας του εξακολουθεί να προκαλεί φιλολογικό ενδιαφέρον.
Φίλες και φίλοι.
Παρακαλώ περάστε και από την ιστοσελίδα μου
http://hellascafe.blogspot.com.
Φιλοξενώ ένα σπουδαίο ιστορικό κείμενο του καλού μου φίλου γιατρού Μιχαήλ Φωτίου, από την Θεσσαλονίκη, για την επέτειο των 110 χρόνων του Μακεδονικού αγώνα που γιορτάζουμε την Κυριακή 26 Οκτωβρίου.
ΠΗΓΕΣ
w.Corfu today.com
w.corfu2travel.com
w.Corfu Time.gr
w.corfunewsit.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























