που σημάδεψε την εποχή του.
Όντις έπλασε ο Θιός την οικουμένη
Το Ληξούρι και τόσους άλλους τόπους
Μεγάλη η αγάπη του για το Ληξούρι, έτσι ώστε να θέλει αυτό να είναι η πρώτη του Θεού προτίμηση για τη δημιουργία του κόσμου. Κι όμως το Ληξούρι τον πλήγωσε.Αναμφισβήτητα ο Ανδρέας Λασκαράτος υπήρξε ίσως ο μόνος άνθρωπος στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, που στήθηκε απέναντι από την κοινωνία της εποχής του προβάλλοντας την αντίστασή του σε όλα όσα κατά την γνώμη του ήσαν αντίθετα στην κάθε έννοια λογικής, τιμιότητας και ηθικής.
«O Ανδρέας Λασκαράτος, είναι πολύ περισσότερον πολεμιστής ή όσον είναι ποιητής», έγραψε κάποτε γι’ αυτόν ο Κωστής Παλαμάς. Και δεν είχε άδικο, αφού η ζωή του δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά ένας αγώνας, ένας πόλεμος.
Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς, το 1811, από οικογένεια ευγενών και πλουσίων. Από μια μελέτη του Σπύρου Δε Βιάζη αναφορικά με την ζωή και το έργο του μεγάλου Ληξουριώτη ποιητή, έχουν φτάσει μέχρις εμάς κάποιες αναφορές σχετικά με τα παιδικά χρόνια του Ανδρέα Λασκαράτου. Ο μικρός Ανδρέας, γράφει ο Σπύρος Δε Βιάζη, «ήτο τύπος άτακτου παιδίου, το διαβολάκι της οικίας και της συνοικίας. Πάντοτε εθορύβει, εσατύριζεν, έσκωπτεν».
Στα πρώτα του μαθητικά χρόνια φοίτησε στο σχολείο του Αργοστολίου αλλά και στο Κάστρου στη σχολή του Νεόφυτου Βάμβα. Με την έναρξη της λειτουργίας του σχολείου στο Κάστρο, ο Νεόφυτος Βάμβας παρουσίασε στον ευεργέτη των ελληνικών γραμμάτων Φρειδερίκο Γκίλφορντ τον μικρό Ανδρέα Λασκαράτο σαν ταραξία, άτακτον και φειλόνικον. Όμως ο Γκίλφορντ καταφέρνει να διακρίνει τα φυσικά χαρίσματα του νεαρού Λασκαράτου.
-Αυτά τα παιδιά μου αρέσουν, θα πει στον Νεόφυτο Βάμβα και το μέλλον θα τον δικαιολογήσει
Τελικά ο Λασκαράτος θα φύγει τρέχοντας από το σχολείο του Κάστρου και αυτό θα το πληρώσει μ’ έναν τραυματισμό Ουδέν οφελήθει από τον Βάμβα, γράφει ο Δε Βιάζη: «διότι ο μεν μαθητής έτρεφε αντιπάθειαν εις τον διδάσκαλον, ο δε διδάσκαλος δεν ηγάπα τον δυσυπότακτον μαθητήν, ουδέ εννόησε το πνεύμα του».

Ο Ανδρέας Λασκαράτος από τα παιδικά του χρόνια συνειδητοποιεί ότι το ράσο του προξενεί κάποια έχθρα. Στην ηλικία των δεκαέξι χρόνων καταλαβαίνει ότι θα πρέπει να μάθει γράμματα. Ο θείος του, Δημήτρης Δελλαδέτσιμας, γνωστός στην ιστορία των Εφτανήσων για τις πολιτικές του δραστηριότητες, τον φέρνει στην Κέρκυρα όπου τα πρώτα του μαθήματα θα τα πάρει από τον σοφό Ιταλό Βικέντιο Νανούτσι και τον Αντρέα Κάλβο ενώ παράλληλα θα τον διορίσει υπάλληλο της Γερουσίας των Ιονίων Νήσων μήπως και τον καταφέρει να διδαχτεί πειθαρχεία.
Στη συνέχεια φοιτά στη Νομική Σχολή της Ιόνιας Ακαδημίας και μετά από ένα χρόνο μεταγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, Εκεί μετά της σπουδές του θα ανακηρυχθεί διδάκτωρ της Νομικής.
Επιστρέφοντας στο Ληξούρι εργάζεται σαν δικηγόρος και μετά διορίζεται δικαστικός πάρεδρος. Όμως ο Λασκαράτος ήταν πάντοτε Λασκαράτος.
Το 1843 παραιτείται από την θέση αυτή και αφοσιώνεται στην συγγραφή, ενώ αρνείται οποιαδήποτε θέση του προσφέρεται, για να είναι λεύτερος στις σκέψεις του και στις πράξεις του, όπως ο ίδιος έλεγε. Ήθελε πάντοτε να βρίσκει την άκρη και για αυτό ήταν πάντοτε σε πόλεμο με τους πάντες.
Το 1845 κάνει ένα ταξίδι σε όλη την Ελλάδα για να σπουδάσει τη γλώσσα. Όμως γυρίζει απογοητευμένος, διότι -όπως έλεγε- παντού συναντούσε τους Λογιοτάτους. Άσπονδος εχθρός των Λογιοτάτων, τους οποίους ονόμαζε "στρεβλώματα της γλώσσας," ο Λασκαράτος υπήρξε ένας ένθερμος υποστηριχτής της δημοτικής.
Το 1856 δημοσιεύει το σύγγραμμά του "Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς," Στο έργο του αυτό, που καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της εποχής του, αλλά και τις παρανομίες του Κλήρου, παρουσιάζει τους ρασοφόρους σαν επιθετικές σφήκες...."στη φωλιά των οποίων ετοποθέτησα έναν αναμμένο δαυλό κι οι σφήκες βγήκανε όξω και μου επιτεθήκανε." Το έργο του αυτό επισύρει τον αφορισμό του από την εκκλησία της Κεφαλονιάς, κάτι που ενέκρινε και η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας.
Στον πρόλογο του έργου του "Ιδού ο Άνθρωπος -Χαρακτήρες" Αξίζει να τα δούμε όπως ο ίδιος τα γράφει.
Εχρειάστηκα να φύγω. Αλλά στην εξορία μου ετοίμασα και δεύτερον δαυλόν, την Απόκρισή μου στον Αφορεσμό τους, τον οποίον εφύλαξα γι’ άλλην ώραν.
Ένας κάποιος παπά-Ζερβός, αρχιμανδρίτης του διαβόλου, ηθέλησε τότε να με δοκιμάσει κι εκείνος. Αλλά δεν με βρήκε πολύ τρυφερόν, ως φαίνεται, επειδή με άφησ’ ευθύς. Σωπασμένοι τότε οι καταδρομείς μου, έμενα ήσυχος και ανενόχλητος.
Πνέυμα ανήσυχο, όμως και φιλόνικος, όπως ο ίδιος παραδέχεται, δεν ένοιωθε άνετα με την ησυχία που του άφηναν.
Μα τότε ενθυμήθηκα τον άλλον προετοιμασμένον δαυλόν, «Την Απόκρισή μου στον Αφορισμό» όπου και τότε πάλιν η δημοσίεψή της τους εξεκάμπισε.
Η δημοσίευση της Απόκρισης στα 1867 ξεσηκώνει για μια ακόμη φορά τον Κλήρο της Κεφαλονιάς όπου αποφασίζεται η προσφυγή στα δικαστήρια, καθ’ ότι η Σύνοδος δηλώνει ότι το επίμαχο κείμενο εκφράζει αρχές, δοξασίες, φρονήματα τα οποία αντιβαίνουν εις την Ορθοδοξία. Κανένας δικηγόρος δεν δέχεται να υπερασπιστεί τον Λασκαράτο και εξ’ επαγγέλματος διορίζεται ο Νικόλαος Βαλσαμάκης. Στην δίκη αυτή ο Λασκαράτος αθωώνεται. Όμως για μια ακόμη φορά ο Ληξουριώτης ποιητής θα επιτεθεί με το νέο του έργο "Η Δίκη μου" και γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου του.
"...Κείνος ο τελευταίος δαυλός τους έπεισε ότι ήτον φρονιμώτερο και συμφερώτερο διά αυτούς να ησυχάζουνε και να σιωπούνε."
Δυστυχώς όμως δύο από τους προύχοντες της Κεφαλονιάς δεν θέλησαν να συμμορφωθούν.
Ενόμισαν ότι δεν ήθελε μπορέσω να ανθέξω σε βάναυσες προσβολές εις τους δρόμους και ότι ακολούθως αυτοί ήθελε μπορέσουνε να θριαμβεύσουνε απάνω μου. Διά τέσσαρους εξακολουθηνούς χρόνους μου εκάμανε τες χοντροειδέστερες προσβολές εις τους δρόμους, εμέ, της κυρίας μου, και των θυγατρών μου, κάθε μέρα, και όσες φορές την ημέρα μας απαντούσαν.
Όλα αυτά, όπως ο ίδιος γράφει, όχι μόνον δεν τον πτόησαν αλλά του έδωσαν την αιτία να συνεχίσει να δημοσιεύει στην εφημερίδα του, τον Λύχνο, τις κακοήθειές τους.
Κάποια στιγμή, ίσως για να προφυλάξει την οικογένειά του, αποφασίζει να φύγει από την Κεφαλονιά. Καταφεύγει στην Ζάκυνθο αλλά και ο εκεί Μητροπολίτης είχε εκδώσει κατ’ αυτού αφορισμό. Αναγκάζεται να καταφύγει στην Αγγλία όπου υποστηριζόμενους από κάποιους που εκτιμούσαν τις ιδέες του και τον χαρακτήρα του εργάζεται σαν δάσκαλος της ελληνικής και ιταλικής γλώσσας αλλά και σαν δικηγόρος στο ελληνικό Προξενείο. Όμως τα χρήματα που εξοικονομούσε ήσαν πολύ λιγότερα από τα έξοδα της οικογένειας και έτσι αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ζάκυνθο όπου τον περίμεναν νέοι διωγμοί.
Τα βάσανα του μεγάλου ποιητή αλλά και της οικογένειάς του θα τελειώσουν το 1899 με τον ερχομό στην Κεφαλονιά ενός εξέχοντος κληρικού. Του Μητροπολίτη Γεράσιμου Δόριζα. Εμπνευσμένος ιεράρχης ο Δόριζας, νομικός, με μια ευρύτερη μόρφωση, θα καταπιαστεί με την υπόθεση του ποιητή και στις 22 Ιανουαρίου του 1899 υποβάλει έγγραφο στην Ιερά Σύνοδο αλλά και με την προσωπική του συνηγορία, πετυχένει την άρση του αφορισμού πείθοντας όλους ότι ο Λασκαράτος όχι μόνο δεν υπήρξε άθεος αλλά σε όλον τον βίον του ήταν Χριστιανός και Χριστιανός βαίνει προς το τέλος του άγων το ενενηκοστόν έτος.
Ο Ανδρέας Λασκαράτος έχει αφήσει ένα πλουσιότατο συγγραφικό έργο, που για να καταπιαστεί κανείς με αυτό χρειάζονται τόμοι. Κι εδώ ο χώρος μικρός και λίγος για κάτι τόσο μεγάλο. Εκτός από Τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι τα έργα του Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα, Το Ληξούρι στα 1836, Ο πνίχτης, Ο Λάζαρος, Η γέννησή μου, Η Βάρκα Κανονιέρα, Ο καυγάς μεταξύ Αγαμέμνωνος και Αχιλλέως έχει χαρακτηριστεί σαν η καλύτερη παρωδία από όσες έχουν γραφτεί.
Όσο για την Απόκριση στον Αφορισμό μου, ο Σπύρος Δε Βιάζη γράφει.
Το έργον τούτο είναι εκ των ευφυεστέρων της ημετέρας γραμματολογίας, άμα δε άξιον μελέτης.Ο Ανδρέας Λασκαράτος πέθανε στο Αργοστόλι την 23η Ιουλίου του 1901.Όμως πέρασε στην αιωνιότητα και την ιστορία. Αυτοί που τον κυνήγησαν παρέμειναν άγνωστοι. Κι ευτυχώς γι’ αυτούς.
Αλλοίμονο σ’ εκειόν που διά του πνεύματος
Ξεπεράσει οπωσούν την εποχή του
Δεν θάχει ειμή την άχαρην ελπίδα
Νάλθη άλλη γενεά με νοημοσύνη
Ναν του κάμει μιά μέρα δικαιοσύνη.
Ντένης Κονταρίνης











