Μπορείτε.....

....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

dennis 
  Sign Out   Home
   
<>
 
   
 

[ No Subject ]

Sunday, December 7, 2014 9:57 AM
 Mark as Unread Flag this message
From: 
"dennis kontarinis" <kondennis9@gmail.com>
To: 
denniskontarinis@yahoo.com
 
Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.







Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.

















 
   
 

dennis 
  Sign Out   Home
   
<>
 
   
 

[ No Subject ]

Sunday, December 7, 2014 9:57 AM
 Mark as Unread Flag this message
From: 
"dennis kontarinis" <kondennis9@gmail.com>
To: 
denniskontarinis@yahoo.com
 
Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.







Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.
















dennis 
  Sign Out   Home
   
<>
 
   
 

[ No Subject ]

Sunday, December 7, 2014 9:57 AM
 Mark as Unread Flag this message
From: 
"dennis kontarinis" <kondennis9@gmail.com>
To: 
denniskontarinis@yahoo.com
 
Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.







Περιμένοντας τον Άη-Βασίλη

Ήταν ένα μελαγχολικό απόβραδο την παραμονή κείνης της πρωτοχρονιάς. Το σκοτάδι είχε πάρει να απλώνεται μουντό, πνιχτό μέσα στα σύννεφα και στο χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Ένας δυνατός αγέρας φυσούσε κι’ έκανε τις πυκνές νυφάδες του χιονιού να στροβιλίζονται σ’ έναν τρελλό χορό. Κι' ύστερα ακουμπούσαν απαλά πάνω στο δρόμο φτιάχνοντας έτσι ένα άσπρο παχύ στρώμα. Τα φανάρια του δρόμου άναβαν ένα-ένα προσπαθώντας με το αδύναμο φως τους να ξανοίξουν το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω.
Η Αντιγόνη έστεκε καθισμένη πίσω από το παράθυρο κρατώντας στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ, το μικρότερο από τα τρία παιδιά της, που το είχε πάρει ο ύπνος. Τ’ άλλα δυό μεγαλύτερα, η Φρόσω κι’ ο Κωστάκης ξαπλωμένα πάνω στο πάτωμα έπαιζαν με κάτι κομμάτια από χαρτιά.
Βυθισμένη στις σκέψεις της η Αντιγόνη κοιτούσε έξω με το βλέμμα της να μοιάζει χαμένο στο άπειρο του κόσμου. Πάλευε να βάλει σε μια τάξη μέσα στα λογικά της όσα ζούσε αυτή και τα παιδιά της τούτο τον ταλευταίο καιρό. Κάποιο δάκρυ πήρε να κυλάει στα μάτια της.
Πριν λίγους μήνες ήτανε που είχανε φτάσει σε τούτη τη χώρα. Είχε μπει για τα καλά το φθινόπωρο κι’ ήσαν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλούσε μέσα του εκατοντάδες τους απελπισμένους, που έψαχναν για μια καλύτερη ζωή, κάπου σε κάποια γωνιά του κόσμου. Είχε πάρει η μέρα να ξανοίγει σαν περνούσε κείνο το πλεούμενο πλάϊ από το άγαλμα της Ελευθερίας στο έμπα του λιμανιού της Νέας Υόρκης. Αργοσερνότανε ήρεμα πάνω στα νερά του Χάτσον Ρίβερ μπαίνοντας στο λιμάνι της μεγάλης πόλης.
Πάνω στην κουπαστή του καραβιού είχανε μαζευτεί όλοι κι’ έστεκαν εκεί, τυλιγμένοι στο πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι, κοιτάζοντας τα πανύψηλα σπίτια του Μανχάτταν.
Μέσα τους όλοι έννοιωθαν να ζωντανεύουν οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή που πίστευαν πως τους περίμενε σε τούτη την ευλογημένη χώρα όπως την ονομάτιζαν τότε κάτω στην πατρίδα.
Εκεί, ανάμεσα σ’ αυτό το πλήθος έστεκε και η Αντιγόνη κρατώντας μισικοιμισμένη στην αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ. Καληώρα όπως και τούτο το βράδυ. Πλάϊ της στεκόταν ο Αντώνης, ο άντρας της, κρατώντας από τα χέρια τους τα άλλα δυό παιδιά τους. Κοιτούσαν κι’ αυτοί, όπως και όλοι οι άλλοι, την καινούργια χώρα που θα γινότανε η δεύτερη πατρίδα τους. Στα πρόσωπά τους είχε πάρει να αχνοζωγραφίζεται η ελπίδα. Κι’ η Αντιγόνη είχε αφήσει τη φαντασία της να γεμίζει τη σκέψη της με σωρό τα όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Για μια ζωή πιό όμορφη για τα μικρά της τα παιδιά. Για ένα όμορφο σπιτικό. Για λίγα χρήματα να μπορέσει να βοηθήσει τη δόλια τη μάνα της και τις πιό μικρές αδελφές της, που άφησε στο μικρό τους νησί σαν πήρε το δρόμο της ξενητιάς.
Μια θειά του άντρα της ήταν η μόνη που τους περίμενε σαν βγήκαν από το καράβι. Ψηλή, σκελετωμένη, μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ζαροματιές, είχε σταθεί να τους κοιτάζει. Δεν άνοιξε την αγκαλιά της σαν τους είδε. Μόνο έστεκε εκεί μπροστά τους αμίλητη για λίγο και τους κοιτούσε όλους εξεταστικά. Κοιτούσε τα μικρά παιδιά και κουνούσε το κεφάλι της.
-Τι ήρθατε να κάμετε δω πέρα μ’ ένα τσούρμο παιδιά; Ρώτησε τον Αντώνη κοιτάζοντας τον άγρια στα μάτια.
Κι’ αυτός την κοιτούσε αμίλητος. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να της πει. Μόνο έσκυψε σαν ένοχος το κεφάλι του.
-Θα τα καταφέρουμε θειά. Θα προσπαθήσουμε, ψυθίρισε μέσα από τα σφιγμένα χείλια του.
Η θειά τους κοίταξε ακόμη για λίγο με μια παράξενη έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
-Άντε, ξεκινήστε γιατί έχω και τις δουλιές μου, τους είπε απότομα. Έχασα μεροκάματο σήμερα για να έρθω εδώ.
Μπήκανε σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που έμοιαζε να είναι πεταμένο σε μιάν άκρη σε κάποια γωνιά του Μπρούκλυν.
Πολύ μικρό το σπιτάκι. Μια κάμαρη, ένα ακόμη μικρό δωμάτιο, μια κουζίνα, μικρή κι’ αυτή κι’ ένα μπάνιο, ήτανε όλα κι’ όλα. Η Αντιγόνη και ο Αντώνης είχανε απομείνει να κοιτάζονται σαν χαμένοι.
-Αυτό είναι, τους είπε κάπως απότομα η θειά, κι’ οπωσδήποτε είναι καλύτερο από αυτό που είχατε στο νησί σας. Έχω πληρώσει δυό ενοίκια. Μόλις αρχίσεις να δουλεύεις θα μου τα δώσεις. Δίπλα σας μένει ο ιδιοκτήτης με την γυναίκα του. Είναι Αϊρίστας και τον λένε Χάρη. Κοιτάξτε να τα έχετε καλά μαζύ του.
Και χωρίς καμμιάν άλλη κουβέντα κίνησε να φύγει. Πριν να φτάσει στην πόρτα γύρισε πάλι προς το μέρος τους.
-Α! Ξέχασα. Πάρε και τούτο, είπε στον Αντώνη και του έδωσε ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνση για τη δουλιά σου. Σε περιμένουν αύριο. Ρώτησε να σου πούνε πως θα πας εκεί.
Κι’ έφυγε χτυπώντας πίσω της την πόρτα.
Ο Αντώνης με την γυναίκα του απόμειναν εκεί στη μέση της κάμαρης να κοιτάζονται μεταξύ τους με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κλαψουρίζουν. Η ταλαιπωρία του ταξιδιού τα είχε εξαντλήσει. Κάποιο δάκρυ άρχισε να αργοκυλάει στα μάτια της Αντιγόνης. Το σκούπισε βιαστικά. Δεν έπρεπε να κλαίει. Όμως ο Αντώνης την είδε. Άπλωσε το χέρι του και την αγκάλιασε.
-Κουράγιο Αντιγόνη μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις, της ψυθίρισε με μια σιγανή, κουρασμένη φωνή. Θα τα καταφέρουμε. Θα προχωρήσουμε καλή μου.
Η Αντιγόνη έσφιξε για λίγο τα χείλια της και άρχισε να ταχτοποιεί τα πράμματά τους.
Εκείνη τη στιγμή ένα σιγανό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.Ο Αντώνης κοίταξε για λίγο την Αντιγόνη με μια απορία ζωγραφισμένη στα μάτια του. Μετά προχώρησε προς την πόρτα. Άνοιξε φοβισμένα. Στο άνοιγμα ένας άντρας αρκετά ηλικιωμένος φάνηκε να τους κοιτάζει χαμογελώντας.
-Άϊ, τους είπε. Άϊ αμ Χάρης. Δε λάντλορντ.
Ο Αντώνης μη καταλαβαίνοντας τίποτα είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαμένος. Ο Χάρη τους κοίταξε για λίγο κι’ αυτός αμίλητος και καταλαβαίνοντας την αμηχανία τους χαμογέλασε και άρχισε να εξηγεί στον Αντώνη με νοήματα. Με νοήματα και κινήσεις των χεριών άρχισε ανάμεσα στους δυό άντρες η παράξενη συνομιλία.
-Είναι ο σπιτονοικοκύρης μας, εξήγησε στην Αντιγόνη ο Αντώνης.
Κι’ αυτή του έδωσε το χέρι της.
-Χαίρω πολύ, του είπε στα ελληνικά.
-Γουέλκαμ, της είπε ο Χάρη.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει να κλαψουρίζουν και κοιτούσαν τον επισκέπτη τους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης του έδειξε το σημείωμα με τη διεύθυνση της δουλιάς του. Ο Χάρη κατάλαβε και με νοήματα προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Έφυγε και σε λίγο ξαναγύρισε κουβαλώντας δυό-τρεις καρέκλες, ένα τραπεζάκι, ένα κρεββάτι και κάτι λίγα πράματα για να φάνε. Τους βοήθησε να ταχτοποιηθούν και όλο κάτι τους έλεγε με νοήματα προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Κι’ έφυγε αφήνοντάς τους να ηρεμήσουν και να ταχτοποιηθούν.
Την άλλη μέρα ο Αντώνης; σηκώθηκε πρωί-πρωί με την σκέψη πως θα καταφέρει να φτάσει στη δουλιά του. Βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του το χαρτάκι με την διεύθυνση. Σαν έφτασε στην εξώπορτα σταμάτησε απότομα. Εκεί, μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, μέσα στο αυτοκίνητό του ήταν ο Χάρη και του χαμογελούσε. Του έκαμε νόημα να πάει κοντά του. Του άνοιξε την πόρτα. Ο Αντώνης δισταχτικά μπήκε μέσα και το αυτοκίνητο σε λίγο χάθηκε μέσα στους δρόμους του Μπρούκλυν. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Χάρη του μιλούσε όμως ο Αντώνης τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι έφτασαν σ’ ένα μεγάλο κτίριο και μπήκαν στο πάρκιγκ. Μπήκαν μέσα και ο Χάρη κάτι είπε στους ανθρώπους που ήσαν εκεί, στην είσοδο του εργοστασίου.
Σε λίγο μπροστά τους στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος, μ’ ένα μαύρο μουστάκι ακουμπισμένο πάνω από τα χείλια του. Κάτι μίλησε λίγο με τον Χάρη και μετά γύρισε προς το μέρος του Αντώνη.
-Πατριώτη καλώς όρισες. Μας είχαν ειδοποιήσει ότι θα ερχόσουν. Με λένε Ηλία.
Ο Αντώνης, στο άκουσμα της γλώσσας του έδειξε να νοιώθει πιό ήρεμος και κάπως πιό άνετα. Χαμογέλασε.
-Εμένα με λένε Αντώνη, του είπε με σιγανή φωνή.
-Ωραία λοιπόν. Θα σου δείξω τη δουλιά εδώ και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Θα σου γράψω επίσης πως να πηγαινοέρχεσαι από εδώ στο σπίτι σου. Είναι εύκολο. Σιγά-σιγά θα τα μάθεις όλα. Αν και τούτο το ανθρωπάκι, είπε και έδειξε το Χάρη, μου είπε πως δεν έχει πρόβλημα να σε πηγαινοφέρνει αυτός ώσπου να μάθεις.
Από κείνη την ημέρα ξεκίνησε τη δουλιά του ο Αντώνης. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια.
Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχε μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο.Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές έννοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του.Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα. Τον τρέλλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Έννοιωθε ξένος μέσα σε τούτο δω το περιβάλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι’ όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του, που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι’ ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο.Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του.Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πως και γιατί βρέθηκε σε μια χώρα ξένη, μακρυά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολλάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό του έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι’ εκεί μέσα στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφήνει και τη δικη του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι’ απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά κι’ όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουνε από τη μοίρα τη δική του.
Αρχές του Δεκέμβρη ήτανε. Ένα κρύο, μουντό απόγιομα. Έξω ένα χιονόνερο έπεφτε και πάγωνε τους δρόμους. Λίγοι οι διαβάτες που βάδιζαν βιαστικοί μέσα στο κρύο. Η Αντιγόνη πηγαινοερχόταν βιαστικά ετοιμάζοντας το τραπέζι για το βραδυνο. Κάπου-κάπου πεταγώταν μέχρι το παράθυρο και κοιτούσε έξω. Είχε περάσει κάπως η ώρα και ο Αντώνης ακόμη δεν είχε φανεί. Κοιτούσε τους διαβάτες μέσα στο μισοσκόταδο προσπαθώντας να διακρίνει τον σύντροφό της. Μάταια όμως. Μιά αγωνία ανάκατη με έναν φόβο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει μ’ έναν παράξενο ρυθμό. Τα παιδιά ξαπλωμένα κάτω στο πάτωμα παίζανε γελώντας.
Κάποιες ομιλίες ακούστηκαν έξω από την πόρτα της κι’ ένα σιγανό δειλό χτύπημα. Η Αντιγόνη έννοιωσε να ξαφνιάζεται.Κάποιος αόριστος φόβος της αγκύλωσε την καρδιά. Φοβισμένη πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Είδε να στέκονται μπροστά της δυό άγνωστοι άντρες. Την κοίταξαν για λίγο παράξενα κι’ εξεταστικά και άρχισαν να της μιλάνε. Όμως εκείνη έστεκε άφωνη μπροστά τους μη μπορώντας να καταλάβει λέξη από όσα της έλεγαν.
Από δίπλα ο Χάρη άκουσε τη φασαρία, βγήκε κι’ ήρθε κοντά τους. Κάτι μίλησε για λίγο με τους ανθρώπους και μετά γύρισε προς το μέρος της Αντιγόνης Κι’ εκείνη έστεκε εκεί, στη θέση της, ακίνητη σαν χαμένη κοιτάζοντάς τους διαρκώς στα μάτια. Έννοιωθε μέσα της να χτυπάει δυνατά και γρήγορα η καρδιά της. Έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Καταλάβαινε πως κάτι σοβαρό θα έπρεπε να έχει γίνει στον Αντώνη για να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι στο σπίτι τους. Όμως τι να έχει γίνει; Αναρωτιόταν με αγωνία.Τρελές σκέψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της. Να ζει ο Αντώνης; Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορούσε να έχει συμβεί στον άντρα της κάτι πολύ σοβαρό. Να ζει άραγε ο Αντώνης; σκέφτηκε κάποια στιγμή. Κι’ αν του είχε συμβεί κάτι τι θα γινόταν αυτή με τρία μικρά παιδιά; Που να τρέξει; Ποιά πόρτα να χτυπήσει εδώ στην ξενητιά; Ποιανού να μιλήσει που δεν ήξερε ούτε μια λέξη από τούτη τη ρημάδα τη γλώσσα;
Κοιτούσε τους άντρες που μιλούσαν κι’ έμοιαζε να κρέμεται από τα χίλια τους, καθώς προσπαθούσε να μαντέψει έστω και μια λέξη από όλα όσα έλεγαν.
Τα παιδιά είχαν σταματήσει το παιγνίδι τους. Μαζεύτηκαν γύρω από τα πόδια τους και κλαψούριζαν.
Σε λίγο είδε τους δυό παράξενους επισκέπτες να φεύγουν. Κι’ έμεινε μόνη με τον Χάρη και τα μικρά της να κλαψουρίζουν και να την τραβάνε από τη φούστα της. Πήρε στην αγκαλιά της τη Ρηνιώ και προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ο Χάρη ξάπλωσε σε μια καρέκλα, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό κι’ απόμεινε να κοιτάζει περίλυπος την Αντιγόνη στα μάτια. Άρχισε να της μιλάει αργά τονίζοντας τις λέξεις, συνοδεύοντάς τες με ανάλογες κινήσεις των χεριών του, με νοήματα, σε μια προσπάθεια να κάμει την Αντιγόνη να καταλάβει. Η Αντιγόνη τον κοιτούσε αμίλητη. Κι’ αυτός της μιλούσε συνεχώς.
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς μας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Του χάϊδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψυθίρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου νάναι θάρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και πέρνωντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλυν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πως να πάει. Αυτός κάθησε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ, η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να την χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι’ έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ένα κρεββάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαρειά. Τα δυό του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό από επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάταζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θάρθει ο Άη-Βασίλης απόψε; Ακούστηκε πλάϊ της η φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθησε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του.
Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στοβιλίζοντας σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θάρθει ο Άη-Βασίλης, είπε ξανά το μικρό παιδάκι.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει. Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους στο νοσοκομείο να παλεύει κι’ αυτοί εδώ ζούσανε με την αγάπη και την καλωσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιός Άη-Βασίλης νάρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε με κλαμένη φωνή. Θα τον περιμένουμε. Και ποιός ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι’ εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδιά φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους και αυτά. Η Αντιγόνη άφησε κάτω την μικρή Ρηνιώ και με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άη-Βασίλης με τα κόκινα ρούχα του, με το σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πακέτα.
-Merry Christmas, Happy new year!φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο!χο!χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάϊδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι’ αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
Τα τρία παιδάκια με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άη-Βασίλης τα κοιτούσε κι’ έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι’ αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυό δάκρυα. Του έσφιξε κι’ αυτή το χέρι.
-Σε φχαριστώ Χάρη, ψυθίρισε μέσα από το κλάμμα της.
Με αργά βήματα ο Άη-Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζύ του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κι΄αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ανοίξει την πόρτα για να μπεί γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτισε χαμογελόντας.
-Happy New Year Antigone
Και μπήκε μέσα.