Μπορείτε.....

....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Τα νησάκια της Ιθάκης.


Κεντρική φωτογραφία για Οκτώβριο: 
Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα στα Κύθηρα.

Φίλες μου και φίλοι μου αγαπημένοι.
Όπως σας έχω υποσχεθεί κάποιες στιγμές θα ξεφεύγουμε από τις ιστορίες του βιβλίου μου, Οι Άγκυρες και τα κείμενα φίλων, που προτίθεμαι να προβάλω εδώ και ήδη έχουν καταφτάσει κάποια, και θα συνεχίζουμε τις επισκέψεις στα Εφτάνησα για να δούμε ακόμη κάποια ενδιαφέροντα που έχουμε αφήσει. Νάμαστε λοιπόν σήμερα στην Ιθάκη για να γνωρίσουμε κάποια νησάκια από το σύμπλεγμα των Εχινάδων. Ελάτε λοιπόν μαζί μου. 


Ελάτε να κάνουμε έναν όμορφο περίπατο στις ακτές της Ιθάκης και να γνωρίσουμε κάποια από τα νησάκια που την στολίζουν. 
Η Ιθάκη. Στο βάθος η πρωτεύουσα Βαθύ.
Στη βόρεια πλευρά της Ιθάκης και ακριβώς στις ακτές της Ακαρνανίας βρίσκονται διάσπαρτα εικοσιπέντε πετρώδη νησάκια μικρά και μεγάλα. Είναι η νησιωτική συστάδα των Εχινάδων που εκτείνονται από τις εκβολές του ποταμού Αχελώου μέχρι το ακρωτήρι Τουρκόβιγλα. Χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Την βόρεια, την εμπρός στις εκβολές του Αχελώου και την τρίτη με τα δυο νησάκια Οξιά και Σκροφούλα.  
Οι εκβολές του Αχελώου.
Τα περισσότερα από τα νησάκια αυτά έχουν σχηματιστεί από τα φερτά υλικά που εναποθέτει εκεί ο ποταμός. Όλα αυτά τα νησάκια διοικητικά ανήκουν στον Δήμο της Ιθάκης. 
Κατά τη μυθολογία, πρόκειται για νύμφες που τις τιμώρησε ο ποταμός επειδή δεν τον υμνούσαν. Ιστορικά να πούμε ότι εκεί έγινε το 1571 η ναυμαχία της Ναυπάκτου και όχι ακριβώς στην ίδια την Νάυπακτο. 
Από τα νησάκια αυτά κάποια βρίσκονται κοντά στις ακτές και κάποια άλλα είναι απομακρυσμένα προς το Ιόνιο πέλαγος. Όλα τους σχεδόν είναι ακατοίκητα. Όμως διαθέτουν πανέμορφες παραλίες με σμαραγδένια νερά και κάτασπρα βότσαλα. Φυσικά οι παραλίες αυτές είναι προσβάσιμες μόνο αν διαθέτετε σκάφος. 
Τα μικρά νησιά που βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές της Ιθάκης είναι τέσσερα και αυτά θα γνωρίσουμε σήμερα.
Το Λαζαρέτο μπροστά από το Βαθύ.
Θα ξεκινήσουμε από το Λαζαρέτο, που βρίσκεται στην είσοδο του λιμανιού της πρωτεύουσας της Ιθάκης, το Βαθύ. Είναι ένα μικρό νησάκι πνιγμένο από τα καταπράσινα πεύκα. Το μόνο κτίσμα πάνω του είναι το μικρό εκκλησάκι του Σωτήρος. Όταν τα Εφτάνησα βρίσκονταν κάτω από την Ενετική κυριαρχία το Λαζαρέτο λειτουργούσε σαν λοιμοκαθαρτήριο. Σχετικές πηγές αναφέρουν ότι τουλάχιστον από το 1560 στο μικρό νησάκι έδεναν τα πλοία που προσέγγιζαν την Ιθάκη και παρέμεναν εκεί, σε καραντίνα για σαράντα ημέρες, για λόγους υγείας, πριν τους επιτραπεί να προσεγγίσουν την ακτή. 
Μια ακόμη άποψη του Λαζαρέτου.
Επί Αγγλοκρατίας των νησιών και συγκεκριμένα το 1817 οι Άγγλοι κατασκεύασαν διώροφο κτίριο το οποίο κάλυψε σχεδόν όλη την επιφάνεια του μικρού νησιού δημιουργώντας έτσι ένα φοβερό θέαμα. Αργότερα το κτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή. 
Με τους σεισμούς του 1953 το κτίριο υπέστει μεγάλες ζημιές και κατεδαφίστηκε. Μόνο το εκκλησάκι του Σωτήρος παρέμεινε όρθιο. Σήμερα το μικρό νησάκι Λαζαρέτο είναι μια πινελιά ομορφιάς στο λιμάνι της Ιθάκης.
Η παραλία των Δεξών.
Στο Βαθύ, λίγο έξω από το λιμάνι, προς τα ανατολικά, είναι ο μαγευτικός κόλπος των Δεξών.  Εκεί στην είσοδο του κόλπου απλώνεται το μικρό νησάκι, το Σκαρτσουμπονήσι. Περίεργο και δυσπρόφερτο το όνομά του. 
Το Σκαρτσουμπονήσι.
Λέγεται ότι προέρχεται από τα Σκαρτσιμάδια, τα μικρά κωνοειδή κοχύλια που μπορεί κανείς να δει εν αφθονία στις παραλίες της Ιθάκης. Ακατοίκητο και αυτό το νησάκι είναι όλο καλυμμένο με θάμνους και πέτρες. Ο θρύλος και η παράδοση θέλει αυτό το νησάκι να είναι το καράβι του Οδυσσέα το οποίο μαρμάρωσε ο Θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, επειδή ο ταλαιπωρημένος στα πέλαγα βασιλέας κατάφερε να φτάσει στην πατρίδα του. Στην  παραλία των Δεξών είναι το κρυφό ακρογιάλι όπου λέγεται ότι εκεί οι Φαίακες άφησαν τον Οδυσσέα.
Το Νησόπουλο.
Ένα ακόμη από τα γνωστά νησάκια της Ιθάκης είναι το Νησόπουλο. Βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στις ακτές της Ιθάκης και είναι το μόνο που διαθέτει μια μικρή προβλήτα όπου μπορούν να δένουν τα σκάφη με τους επισκέπτες.  Γύρω από το μικρό νησί όλη η θάλασσα έχει ένα πανέμορφο καταγάλανο χρώμα. Σε μια από τις πλευρές του μικρού νησιού σχηματίζεται ένας μεγάλος κόλπος, ο οποίος μέσα στην αγκαλιά του κλείνει μερικές από τις πιο όμορφες παραλίες. Απ΄αυτές ξεχωρίζουν η παραλία Καμίνια και η παραλία Πέρα Πηγάδι. Η παραλία Πέρα Πηγάδι έχει πάρει το όνομά της από την νεροπηγή Αρέθουσα Κρήνη την οποία οι ντόπιοι έχουν ονομάσει Πέρα Πηγάδι. Τα Καμίνια είναι μια εντυπωσιακή πεντακάθαρη παραλία με καταγάλανα νερά και μικρά λευκά βότσαλα. 
Ο Άγιος Νικόλας.
Απέναντι από τις παραλίες Μάρμακα και Αλυκές της βόρειας Ιθάκης βρίσκεται το νησάκι του Αγίου Νικολάου. Πρόκειται για ένα μικρό νησάκι, σχεδόν ένα βράχο που βρίσκεται πολύ κοντά στις ακτές και φαίνονται οι θάμνοι και τα πεύκα που τον καλύπτουν.
Το γραφικό εκκλησάκι του Άη-Νικόλα.
Ξεχωρίζει το μικρό εκκλησάκι του Αγίου από το οποίον το νησάκι έχει πάρει το όνομά του. Μικρό αλλά πανέμορφο το εκκλησάκι. Τα κεραμίδια του έχουν χρώμα κόκκινο και το ίδιο χρώμα έχει και η πόρτα του. Οι τοίχοι του είναι πέτρινοι στην απόχρωση της πέτρας για να δένουν αρμονικά με το τοπίο.
Η Άτοκος...

Δύο ακόμη ξεχωριστά για την ομορφιά τους νησάκια υπάρχουν εκεί πλησίον. Η Άτοκος και η Οξιά. 
...και η Οξιά. Αποικίες του Κατάρ πλέον.
Νησάκια με πανέμορφες παραλίες που όμως πλέον ανήκουν στον Εμίρη του Κατάρ.
Θα ξαναταξειδέψουμε στα νησάκια της Ιθάκης όσο ακόμη είναι δικά μας.

Παρακαλώ επισκεφτείτε την σελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com
Θα βρείτε κάτι να σας ενδιαφέρει.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ο μπάρμπα - Κώστας ο φτωχός.


Σας παρουσιάζω σήμερα μια ακόμη αληθινή ιστορία. Τα στοιχεία μου έδωσαν τα παιδιά του κυρ-Σταμάτη, ενός από τους ήρωες τούτης της ιστορίας, που τη δεκαετία του ΄90 είχαν ένα μεγάλο και ονομαστό εστιατόριο στην περιοχή της Νέας Αγγλίας.
Πέρα για πέρα αληθινή και τα σχόλια δικά σας.
Πρωινό μιας ανοιξιάτικης Κυριακής ήτανε, που ο κυρ-Σταμάτης μαζί με τους αστυνομικούς που έσπασαν την πόρτα του μικρού σπιτιού, αντίκρισε νεκρό πάνω στο κρεββάτι του τον φίλο του τον μπάρμπα-Κώστα. Είχε αρκετές μέρες να φανεί από το σπιτικό του ο γέρος κι΄ο Σταμάτης είχε στ΄αλήθεια ανησυχήσει. Γέρος κι΄ανήμπορος όπως ήτανε η απουσία του τον γέμιζε με παράξενες σκέψεις. 
Δυο-τρεις φορές τη βδομάδα ο μπάρμπα – Κώστας θα περνούσε οπωσδήποτε από το σπίτι του Σταμάτη. Έτσι για να τον δει, να κουβεντιάσουν λίγο, να κάμουν παρέα. Πολλές φορές ο κυρ-Σταμάτης τον κρατούσε και τρώγανε μαζί. Πίνανε και κανένα ποτηράκι και θυμόντουσαν τα παλιά. 
Έτσι, σαν πέρασε ολόκληρη βδομάδα και δεν φάνηκε ο γέρος να του χτυπήσει την πόρτα, ο Σταμάτης ανησύχησε. Πρωί-πρωί πήρε τους δρόμους να πάει να τον βρει εκεί, στο μικρό σπιτάκι που του είχε δώσει για να μένει.
Σαν έφτασε ο Σταμάτης χτύπησε πολλές φορές την πόρτα χωρίς να πάρει καμιάν απάντηση. Ακούμπησε το αυτί του στην πόρτα μήπως κι΄ακούσει κάτι μέσα από το σπίτι. Μια παράξενη ησυχία μέσα χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Μαύρες σκέψεις άρχισαν να τον ζώνουν. Ήξερε καλά πως τόσο πρωί ο μπάρμπα-Κώστας δεν έπαιρνε τους δρόμους. Κι΄όπως γίνεται 
συνήθως σε  τέτοιες περιπτώσεις, ο Σταμάτης ειδοποίησε την αστυνομία. Έσπασαν την πόρτα και βρήκαν τον μπάρμπα-Κώστα στο κρεββάτι του να μην έχει ξυπνήσει από τον τελευταίο του ύπνο.
Στα πρώτα χρόνια του 1900 ήτανε σαν είχε φτάσει σε τούτη τη χώρα ο μπάρμπα-Κώστας ο Λεωτσάκος. Νέο παιδί, σχεδόν αμούστακο ξεκίνησε από το μικρό του χωριό, κάπου εκεί στα ορεινά της Μάνης.

Ένα χωριό γεμάτο θάμνους, πέτρες και φτώχεια. Κι΄ήρθε εδώ, σε τούτη τη χώρα κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη για να μπορέσει να βοηθήσει την οικογένειά του.
Είναι αλήθεια πως τούτο τον ξενιτεμό δεν τον ήθελε ο Κώστας. Σαν τι όμως μπορούσε να κάμει αφού άσχημη ήταν γραμμένη η μοίρα πάνω του; 
Στα ξαφνικά ο πατέρας του τους είχε αφήσει χρόνους. Ούτε την ευχή του δεν είχε προλάβει να τους δώσει σαν τον βρήκανε οι χωριανοί τσακισμένον σε μια χαράδρα όπου είχε πέσει με το γέρικο γαϊδούρι του. Έκλαψε όλο το χωριό για τούτο το μαντάτο και μαυροφορέθηκαν η μάνα του και οι αδελφές του. Κι΄απόμεινε ο Κωνσταντής, έτσι τον φώναζε τότε η μάνα του, να πάρει πάνω στους ώμους του όλο το σπιτικό, την οικογένεια, τη φτώχεια και τα χρέη.
Πάλεψε σκληρά στην αρχή σε κάτι πετροχώραφα που είχανε. Σκληρή δουλειά. Ολημερίς σκυμμένος πάνω στην άγονη γης μάταια καρτερούσε να του δώσει κάτι. Άδικος κόπος. Κι΄ήτανε τότες που πήρε τη μεγάλη απόφαση.
-Θα φύγω μάνα, είπε κάποιο απόβραδο σαν είχανε αποσώσει το φτωχικό τους φαγητό. 
Απόμεινε για λίγο αμίλητη η μάνα του  να τον κοιτάζει. Αμίλητες έστεκαν λίγο πιο πέρα και οι δυο αδελφές του σαν να το ένοιωθαν πως πιο πολύ για τούτες βάραινε η απόφαση του αδελφού τους να φύγει, να ξενιτευτεί.
-Θα φύγω, ξανάπε ο Κωνταντής.
Έκαμε το σταυρό της η γριά μάνα του, σηκώθηκε αργά από το τραπέζι και προχώρησε προς τα εικονίσματα που ήσαν κρεμασμένα σε μια γωνιά. 
-Αν είναι για το καλό γιε μου, έχεις την ευχή μου, είπε με μια αδύναμη φωνή που μόλις έβγαινε μέσα από τα δόντια της. Στην ευχή μου και στην ευχή της Παναγιάς. Κι΄έκαμε ακόμη έναν σταυρό. 
Κι΄έφυγε ο Κωνταντής. Πήρε τους δρόμους της ξενιτιάς κι΄αυτός όπως τόσα άλλα παλληκάρια, που παρατούσαν τους γέρους γονείς τους, τ΄αδέλφια τους, τα χώματα τους κι΄έτρεχαν στα ξένα ψάχνοντας για μια καλύτερη τύχη. 
Έφυγε ο Κωνταντής για να μπορέσει να βοηθήσει την οικογένειά του.
Να ξεχρεώσουν το σπίτι, κάτι πετροχώραφα και να πάρουν λίγη προίκα και οι δυο αδελφές του. Σαν τι μπορούσε να κάμει; Μεγάλο το βάρος τα κορίτσια τότε. Κι΄ακόμη πιο μεγάλο σαν το΄ριχνε η μοίρα να ζούνε στα φτωχά χωριά. Αν δεν είχαν κάποιο χωραφάκι, δυο-τρία ρούχα και λίγο χρήμα κινδύνευαν να μην γνωρίσουν ποτέ τη χαρά του άντρα. Τη χαρά του δικού τους σπιτικού. 
Με τη βοήθεια κάποιου θείου που ήταν από χρόνια εδώ στην Αμερική και με  δανεικά λεφτά κατάφερε να πληρώσει τους πράκτορες και να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για τη Γη της Επαγγελίας, όπως έλεγαν την Αμερική τότε οι συντοπίτες του. 
Κι΄ ένα πρωινό από την Πάτρα μπαρκάρισε σ΄ενα πλοίο σκυλοπνίχτη. Εικοσιοχτώ μερόνυχτα στο κατάστρωμα και στ΄αμπάρια του πλοίου τα πέρασε. Τυλιγμένος με κάτι κουβέρτες που του είχε δώσει η μάνα του μαζί με την ευχή της είδε κάποιο πρωινό το μικρό νησάκι, το Έλλις και πάνω του θεόρατο κτίσμα το
“Καστιγκάρι” (*)  όπως το έλεγαν τότε όσοι το είχαν γνωρίσει. Το μέρος που θα περνούσε κι΄αυτός και όλοι τους από την “Ιερά Εξέταση” για να μπορέσουν να πατήσουν λεύτεροι το χώμα της Αμερικής.
Τρεις – τέσσερις μέρες αγωνίας πέρασε εκεί μέσα, σε κείνο το θεόρατο κτίριο ο Κώστας. Κώστα τον έγραψαν και  Κώστα τον φώναζαν τώρα. Είχε μικρύνει το όνομά του σαν έφτιαχνε τα χαρτιά του για το ταξίδι. Έτσι του είχαν πει τότε. 
“Οι Αμερικανοί δεν θέλουν μεγάλα και δύσκολα ονόματα. Από δω και πέρα θα σε λένε Κώστα”
Και βρέθηκε ο Κώστας μέσα στο Καστιγκάρι να τρέχει πάνω κάτω σε γιατρούς, σε γραφεία, σε γραμματικούς, σ΄ανθρώπους που τον κοίταζαν ύποπτα σαν να ήτανε κάποιος πολύ επικίνδυνος. 
Και κάποιο πρωινό με τα λίγα πράματα του στο χέρι βρέθηκε στην Νέα Υόρκη.
Πήγε και βρήκε το θείο του, ίσα για να του πει ένα “ευχαριστώ”κι΄από κει ρίχτηκε μόνος του στην πάλη και τον αγώνα της ξενιτιάς. 
Νέο παιδί, γεμάτο νιάτα και όρεξη για δουλειά δεν ήταν δυνατόν τίποτα να τον σταματήσει. Δεν λύγισε μπροστά σε τίποτα. Ούτε μια στιγμή δεν δείλιασε.  Στόχο του και σκοπό του έβαλε να κάμει όσα έπρεπε να φτιάξει. 
Δούλεψε στην αρχή για κάποιους άλλους. Έπλυνε πιάτα, άσπριζε σπίτια, καθάριζε μαγαζιά. Φτωχές δουλειές. Μικροπράγματα το μεροκάματο. Λίγα δολάρια και τίποτα παραπάνω. Έπρεπε άλλα να σκεφτεί. Να βρει κάτι άλλο να κάμει.
Τότε ήτανε που κάποιος του έριξε την ιδέα για τα καρότσια με τα φρούτα και τα λαχανικά. Αυτά, που τα είχε δει πολλές φορές και ο Κώστας να γυρίζουν στις γειτονιές και να πουλάνε την πραμάτεια τους. 
-Τούτη η δουλειά έχει καλά λεφτά, του είχε πει.
Μέρες κάθισε ο Κώστας και το σκεφτόταν. Το δούλευε μέσα στο μυαλό του. Και κάποια μέρα το αποφάσισε. Έτσι ξεκίνησε τον αγώνα του σε τούτη τη χώρα.
Από τους πρώτους έφτανε χαράματα στην αγορά. Φόρτωνε το μικρό του καρότσι με φρούτα και λαχανικά κι΄έπαιρνε βόλτα τις γειτονιές. Πριν καλά καλά να φέξει η μέρα, ξεκινούσε να δουλεύει. Κι΄η νύχτα είχε πέσει για τα καλά σαν τέλειωνε τη δουλειά του και γύριζε στο μικρό του δωματιάκι, σ΄ένα ερείπιο σπίτι στο Down-Town του Manhattan. Μια ζωή που μετριόταν πάνω στους δείκτες του ρολογιού και στα δολάρια που μάζευε ένα-ένα. 
Τις Κυριακές και τις γιορτές ο Κώστας δεν καθότανε όπως όλοι οι άλλοι. Γέμιζε το καρότσι του με λουλούδια και πήγαινε και στεκότανε έξω από τις εκκλησιές. Και τα βράδια σαν γύριζε στο μικρό του δωματιάκι μετρούσε το βιός του και το χαιρότανε. Χαιρότανε σαν το΄βλεπε μέρα με τη μέρα να γίνεται όλο και πιο πολύ. Κι΄έστελνε στην Ελλάδα, στη μάνα του για να ξεχρεώσει το σπίτι και τα χωράφια και να φτιάξει την προίκα για τις αδελφές του. 
Ανάπαυση δεν γνώρισε ποτέ του ο Κώστας. Δεν γεύτηκε ποτέ του τη χαρά ούτε ποτέ του κυνήγησε την απόλαυση. Ένα μόνο σκοπό είχε τάξει. Για ένα μόνο πράμα αγωνιζόταν χωρίς να νοιάζεται για τίποτα άλλο. Να μαζέψει λεφτά να βοηθήσει την οικογένειά του. Να παντρέψει τις αδελφές του. 
Κι΄όλο του έγραφε η μάνα του από το χωριό στείλε και στείλε. Κι΄όλο πιο πολύ δούλευε ο Κώστας. Κι΄όλο πιο πολλά έστελνε. 
“Αγαπημένο μου παιδί, του έγραφε η μάνα του με τα λίγα κολλυβογράμματα που είχε μάθει και σχετικά τον ενημέρωνε. Δίνω τα χρήματά σου στο Γερονικολάκο – αυτός ήτανε ο τοκογλύφος του χωριού – όμως μου λέει δεν φτάνουν. Μου λέει ότι ο τόκος ανεβαίνει. Κι΄εγώ η μαύρη δεν ξέρω από τέτοια. Γι΄αυτό στείλε κι΄άλλα λεφτά...”
Έμενε για λίγο σκεφτικός ο Κώστας σαν διάβαζε τούτα τα γράμματα. Βύθιζε το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, στη ζωή της πόλης. Και στ΄αυτιά του αντιβούιζαν τα γραφτά της μάνας του. “Στείλε κι΄άλλα λεφτά γιε μου.” Ήταν τότε που ένοιωθε κάτι να τον πνίγει. Ένοιωθε πως ήθελε ν΄αφήσει λεύτερο τον εαυτό του να ξεσπάσει, να φωνάξει, να κλάψει, να διαμαρτυρηθεί. Όμως τίποτε από όλα αυτά δεν τολμούσε. Βούλωνε τ΄αυτιά του. Και παρ΄ όλα αυτά η φωνή της μάνας του ακουγότανε. “Στείλε κι΄άλλα λεφτά γιε μου..”
Κι΄έστελνε ο άμοιρος ο Κώστας όλη τη δούλεψή του. Κρατούσε μόνο λίγα απαραίτητα για τον εαυτό του. Έτσι ίσα για να ψευτοπερνάει. Κι΄απόμενε μόνος να κοιτάζει από το μικρό του παράθυρο τη ζωή που προχωρούσε.
Κάπως έτσι πέρασε όλα του τα χρόνια στην Αμερική ο Κώστας. Έβλεπε τους γνωστούς του να ζούνε τη ζωή τους, να φτιάχνουν οικογένειες, να έχουν κάποιος δικούς τους ανθρώπους. Κι΄αυτουνού του άμοιρου καιγόταν η καρδιά του. Που σκέψη να κάμει οικογένεια δική του. Αυτός είχε παντρευτεί τα χρέη τους, το σπίτι του, τα χωράφια, τις αδελφές του που καρτερούσαν γαμπρό. 
Πρώτη του χαρά στην ξενιτιά ήταν όταν η μάνα του έγραψε πως επιτέλους το σπίτι ξεχρεώθηκε.  “...Είναι δικό μας γιε μου τώρα. Το καταλαβαίνεις; Το σπίτι είναι δικό μας. Όμως μη ξεχνάς πως έχεις ακόμα πιο μεγάλο χρέος. Τις δυο αδελφές σου τις ανύπαντρες.” 
Και καθώς τα χρόνια περνούσαν οι αδελφές του μεγάλωναν κι΄οι γαμπροί γινόντουσαν ακόμη πιο δύσκολοι και πιο απαιτητικοί. Κι΄αν βρισκόταν κανείς να τις ζητήσει ζητούσε να πάρει προίκα μεγάλη. Ζητούσε να στείλει λεφτά πολλά ο αδελφός από την Αμερική. Κι΄ο Κώστας, εδώ στην ξενιτιά, είχε απομείνει να σηκώνει στους ώμους του το μαρτύριο όλης του της οικογένειας. 
Με σκυμμένο το κεφάλι ολημερίς γυρνούσε στους δρόμους και τις γειτονιές τούτης της πόλης σ΄έναν σκληρό αγώνα για λίγα δολάρια.
Κάποτε τα κατάφερε να τελειώσει και από την υποχρέωση για τις αδελφές του. Με χίλιες στερήσεις και με την ασταμάτητη δουλειά του κατόρθωσε ο Κώστας να παντρέψει τις δυο αδελφές του. Έφυγε κι΄η μάνα του από τη ζωή. Έφυγε χαρούμενη γιατί ξόφλησε το σπίτι και πάντρεψε τις κόρες της. Και λυπημένη γιατί χρόνια πολλά δεν είχε δει τον μοναχογιό της. Άρχισε πια να νοιώθει πως έφυγε από πάνω του το κάθε βάρος που τον είχανε φορτώσει οι τόσες υποχρεώσεις του. Τώρα η ζωή έμοιαζε να είναι και δική του. Ίσως είχε το δικαίωμα να κοιτάξει και αυτός τον εαυτό του. Κι΄άρχισε τούτο να το σκέφτεται στα σοβαρά. Τόλμησε να κάμει κάποια όνειρα. Να φτιάξει μιαν οικογένεια όπως τόσοι άλλοι, που τους έβλεπε στους δρόμους. Μπορούσε ακόμη να έκανε κι΄αυτός ένα δυο παιδάκια. Να πάρει ένα όμορφο σπίτι σε μιαν εξοχή κι΄εκεί μέσα να χτίσει όλα τούτα τα όνειρα που τώρα μόνο μπορεί να τα σκέφτεται. Δόξα τω Θεό με όλα όσα έστελνε στους δικούς του είχανε μείνει και αρκετά στην τράπεζα για να φτιάξει τούτα τα όνειρά του. Άντε λοιπόν να γίνουν όλα αυτά .Να δει και τούτος ο άμοιρος μια δική του, ολότελα δική του χαρά.
Όμως δεν ήρθανε έτσι τα πράματα. Κείνο τον καιρό που ο Κώστας έκανε τούτα τα όνειρα για τη δική του ζωή ήτανε Οκτώβρης του΄29.
Μέσα σ΄ένα απόγιομα η Αμερική βρέθηκε στον κατήφορο της καταστροφής παρασύροντας μαζί της και όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Όλα χάθηκαν κείνο το απόγιομα και μαζί και οι οικονομίες που είχε ο Κώστας σε κάποια τράπεζα. Όταν μετά από δυο τρεις μέρες μπόρεσε να καταλάβει τι είχε γίνει ένοιωθε πως ήταν χαμένος. Κοίταζε γύρω του και έβλεπε δυστυχία.
Έβλεπε τον κόσμο να στέκει στις ουρές με τις ώρες για να πάρει ένα κουπάκι με σούπα. Κοιτούσε τους άνεργους που κατά χιλιάδες καθόντουσαν στα πεζοδρόμια ζητώντας κάποια ελπίδα από κάπου. Άκουγε για ανθρώπους που αυτοκτονούσαν για την καταστροφή που είχαν πάθει. 
“Κι΄εγώ καταστράφηκα σκεφτόταν ο Κώστας.  Έχασα όλες μου τις οικονομίες. Όμως κάτι πρέπει να κάμω...”
Και ρίχτηκε ξανά στον αγώνα. Τα μήλα είχαν μεγάλη πέραση κείνη την εποχή. Κι΄ο Κώστας ήξερε τον δρόμο.
“Ξανά από την αρχή Κώστα,” σκέφτηκε και ρίχτηκε στον αγώνα.
Δύσκολα τα χρόνια τότε. Η δυστυχία είχε χτυπήσει για τα καλά τούτη τη χώρα. Κι΄οι άνθρωποι αγωνιζόντουσαν και ελπίζανε. Και μαζί τους ο Κώστας τραβούσε κι΄αυτός τον δικό του αγώνα. Όμως τώρα ένοιωθε πως δεν ήταν όπως πρώτα. Τα χρόνια είχαν περάσει αφήνοντας πάνω του βαθιά χαραγμένα τα σημάδια τους. Ένοιωθε δύσκολα να τραβάει το καρότσι του στις ανηφοριές. Δυσκολευόταν το πρωί να σηκωθεί από το φτωχοκρέββατό του. Το΄βλεπε πως πια δεν μπορούσε.
-Εεεεε!!! Μπάρμπα Κώστα. Άργησες πάλι σήμερα, του φώναζαν οι έμποροι στην αγορά. Γέρασες πια. 
Κι΄ήταν αλήθεια ότι οι λέξεις αυτές χτυπούσαν άσχημα στ΄αυτιά του. Και το ένοιωθε κι΄ό ίδιος ότι στ΄αλήθεια είχε γεράσει. Έβλεπε στον καθρέφτη κάθε πρωί την κατάντια του.Το πρόσωπό του είχε γεμίσει ρυτίδες. Τα μαλλιά του σχεδόν όλα είχαν πέσει. Λίγες μόνο αραιές τρίχες είχανε απομείνει στα πλάγια του κεφαλιού του. Και κάποιο πρωινό το ομολόγησε κι΄ο ίδιος στον εαυτό του.
“Γέρασες πια μωρέ κακομοίρη Κώστα”.
Ούτε που θυμάται κι΄ο ίδιος πόσο χρόνων ήταν πια. Στ΄αλήθεια δεν ήξερε. Θυμόταν μόνο πως όταν ήρθε σε τούτη δω τη χώρα ήταν σχεδόν παιδόπουλο. Δούλεψε σκληρά. Ξεχρέωσε το σπίτι του στο χωριό, πάντρεψε τις αδελφές του. Στερήθηκε τα πάντα. Όλα αυτά τα χρόνια στην πατρίδα δεν πήγε ούτε μια φορά. Σαν τι να κάμει τάχα; Κάθε χρόνο που περνούσε εδώ στην ξενιτιά ένοιωθε την πατρίδα, το χωριό του, τους ανθρώπους εκεί να του γίνονται και πιο πολύ ξένοι. Κάπως έτσι πέρασε η ζωή του εδώ. Και τώρα γέρασε. 
“Γέρασες πια μωρέ Κώστα,” ξανάπε μόνος του με τσακισμένη τη φωνή του. 
Τούτη η λέξη πια του είχε γίνει συνείδηση. Και δεν πήγε στη δουλειά του κείνο το πρωινό. Έφτιαξε ένα καφεδάκι και κάθισε εκεί, στο παράθυρο και το ρουφούσε αργά χαζεύοντας την κίνηση του δρόμου. Και βάλθηκε να συλλογάται. Σαν τι μπορεί τώρα να κάμει που γέρος πια βρίσκεται ολομόναχος σε τούτη δω την ξένη χώρα; 
Σκέφτηκε στην αρχή να γυρίσει στην πατρίδα. Στο χωριό του. Να μείνει κοντά στις αδελφές του. Ποιος ξέρεις αν ζούσαν κι΄αυτές. Ούτε που του έγραψαν ένα γράμμα από τότε που κατάφερε με τον αγώνα του και με τις στερήσεις του να τις παντρέψει. Γιατί να πάει κοντά τους λοιπόν; Ποιους να δει; Πως θα τον δεχτούν; Στη μνήμη όλων έχει μείνει ο Κωστάκης, εκείνο το όμορφο παιδόπουλο που πριν από πολλά χρόνια πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Τώρα ποιος θα τον γνωρίσει; Ποιος θα γνωρίσει έναν ζαρωμένο γέρο; Ποιος θα τον κοιτάξει; 
Κείνο το βράδυ σαν έσμιξε με τον μοναδικό φίλο που είχε σε τούτη τη χώρα, τον Σταμάτη, του ομολόγησε τον πόνο του και τις σκέψεις του,
-Να γυρίσεις στο χωριό σου, του είπε αυτός χωρίς πολύ σκέψη. Να πας κοντά στους δικούς σου. Έχεις λίγα χρήματα και μ΄αυτά θα σε κοιτάξουν, θα σε προσέξουν, θα σε γηροκομήσουν.
Κι΄άρχισε ξανά ο Κώστας να το σκέφτεται στα σοβαρά. Κι΄άρχισε να του καλοφαίνεται τούτος ο γυρισμός μετά από τόσα χρόνια.   Να γυρίσει πίσω στο χωριό του. Να δει τις αδελφές του. Τ΄ανήψια του. Γιατί οπωσδήποτε θα έχουν κάμει παιδιά. Να δει και τους χωριανούς του, τους φίλους του, έστω κι΄αν έχουν γίνει γέροι κι΄αυτοί. Μήπως κι΄αυτός γέρος δεν ήτανε πια; Να γυρίσει λοιπόν. Ίσως ήτανε το καλύτερο που θα μπορούσε να κάμει.
Όμως δεν πρόφτασε ούτε καν να ετοιμαστεί. Ο πόλεμος ξέσπασε. Σταμάτησαν οι συγκοινωνίες, σταμάτησαν τα πλοία να πηγαινοέρχονται.  Κόπηκε ο κόσμος στα δύο. Κι΄ο Κώστας έμεινε εδώ. 
Τότε ήτανε που ο κυρ-Σταμάτης τον λυπήθηκε και τον συμμάζεψε. Του΄δωσε εκείνο το μικρό σπιτάκι που το είχε άδειο και άχρησιμοποίητο, για να μείνει. Τον βοήθησε να πάρει μια κάποια σύνταξη και κάπου-κάπου, το πήραν κι΄οι δυο τους συνήθεια να περνάει από το σπίτι του να κάνουν παρέα, να πίνουν κανένα ποτηράκι, να θυμούνται τα παλιά προσμένοντας έτσι κάποια μέρα νάρθει ο θάνατος να τους ανταμώσει. 
Κι΄ενα πρωινό ήρθε. Ήρθε πρώτα για τον μπάρμπα – Κώστα. 
Σαν μπήκε μέσα στο μικρό σπιτάκι ο κυρ-Σταμάτης με την αστυνομία κι΄αντίκρυσε νεκρό το φίλο του ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος του. Στάθηκε λίγη ώρα και τον κοιτούσε σκεφτικός. Τον συνέφερε η φωνή του αστυνόμου.
-Γνωρίζετε αν έχει κανέναν συγγενή να ειδοποιήσουμε; 
Ο κυρ-Σταμάτης έμεινε για λίγο αμίλητος. Μετά χαμήλωσε το βλέμμα του και φανερά συντριμένος για τον χαμό του φίλου του ψιθύρισε. 
-Δεν έχει κανέναν. Ήταν ολομόναχος σε τούτο τον τόπο.
Ειδοποιήθηκε το Ελληνικό Προξενείο, έγιναν σχετικές ενέργειες στην Ελλάδα, όμως κανείς από τους συγγενείς του μπάρμπα-Κώστα δεν έδειξε κάποιο ενδιαφέρον για τον άνθρωπό τους. Ό,τι είχαν να του πάρουν του το είχαν πάρει. Τι να τον κάμουν τώρα;
Έτσι μετά από λίγο καιρό ο κυρ-Σταμάτης πήγε στο μικρό σπιτάκι να σηκώσει τα πράγματα του φίλου του να τα δώσει σε κάποιον φτωχό ή να τα πετάξει. Και τότε ήρθε η μεγάλη έκπληξη. 
Κάτω από το στρώμα του κρεβατιού βρέθηκαν δεκαεφτά χιλιάδες δολάρια και ένα βιβλιάριο τραπέζης με περίπου άλλες τριάντα χιλιάδες δολάρια. 

(*) Καστιγκάρι. Παραφθορά από τους Έλληνες των λέξεων Castle Garden όπως λεγόταν τότε το τεράστιο κτίριο στο νησάκι Ellis όπου στεγάζονταν όλες οι ιατρικές και μεταναστευτικές υπηρεσίες. Εκεί παρέμεναν όλοι οι μετανάστες για να περάσουν από ιατρικές εξετάσεις πριν την αποβίβασή τους στην Νέα Υόρκη.
Φίλες και φίλοι. Παρακαλώ επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com διαβάστε το κείμενο και αφήστε το σχόλιό σας. Κάτι καλό μπορεί να προσθέσει η επίσκεψή σας.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Οι Άγκυρες.



Φίλες και φίλοι μου
Μετά από μια παρέμβαση για να παρουσιάσω το αξιόλογο χορευτικό συγκρότημα της Ζακύνθου, ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ συνεχίζουμε την παρουσίαση του βιβλίου μου "οι Άγκυρες" με την πρώτη από τις ιστορίες. Δικά σας τα σχόλια.

Ένα όμορφο, γλυκό, ανοιξιάτικο σούρουπο είχε πάρει ν΄απλώνεται έξω στη φύση. Πάνω από τη μικρή γειτονιά το σύθαμπο του δειλινού έμοιαζε ν΄αγκαλιάζει τις στέγες από τα μικρά σπιτάκια. Ένας ήλιος που είχε βουλιάξει σχεδόν ολόκληρος στην αντικρινή θάλασσα άφηνε τις τελευταίες χρυσαφένιες αναλαμπές του να αγωνίζονται μάταια να συγκρατήσουν το φως της μέρας πάνω στη γη.

Στο μικρό ταβερνάκι της γειτονιάς οι ταχτικοί θαμώνες είχανε πάρει τις θέσεις τους για την καθιερωμένη κρασοκατάνυξη της βραδιάς. Μια διέξοδος στην κούραση όλης της μέρας. Μια φτωχική λύση διασκέδασης και ευχαρίστησης.Ήταν όλο αυτό, που τούτοι οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν . 
Καθισμένες έξω από τις αυλόπορτες των σπιτιών τους, γρηούλες ρυτιδιασμένες από το χρόνο και τον αγώνα απολάμβαναν το ανοιξιάτικο δειλινό σιγοκουβεντιάζοντας με τις αντικρινές.  Γύρω τους στροβιλίζονταν ένα τσούρμο παιδιά. Αραιοί διαβάτες σκυφτοί από την κούραση, ίδιες απόκοσμες φιγούρες αργοδιάβαιναν τα στενά δρομάκια ανηφορίζοντας προς τα σπίτια τους. Μια ακόμη μέρα είχες πάρει να τελειώνει δίνοντας τη θέση της στη νύχτα, που είχε αρχίσει ν΄απλώνεται γύρω.
Μέσα στην κουζίνα του σπιτιού τους, ο Νίκος με την Τασία μόλις είχανε αποσώσει το βραδινό τους. Φτωχικό και λιγοστό το φαγητό τους όπως πάντα. Έτσι που έμοιαζε πως έτρωγαν ίσα για να ξεγελάσουν την πείνα τους λιγάκι.  
Ο Νίκος είχε γύρη το κορμί του στην ράχη της καρέκλας κι΄ είχε ανάψει ένα μισοτσίγαρο. Φυσούσε δυνατά τον καπνό και τον κοιτούσε που ανέβαινε προς τα ψηλά κι΄έφτιαχνε διάφορα σχέδια, καθώς στροβιλιζόταν από το φύσημα. Η Τασία με κινήσεις αργές είχε αρχίσει να μαζεύει τα πιάτα και να τα ξεπλένει στο νεροχύτη. Πάνω στο πρόσωπό της ήσαν απλωμένα ο πόνος, η στενοχώρια και μια μεγάλη αγωνία. 
Έξω, το ανοιξιάτικο δειλινό, γεμάτο αρώματα, είχε πάρει αργά-αργά ν΄αφήνει τη θέση του στη νύχτα. Η μικρή γειτονιά είχε γεμίσει με τις μεθυστικές μυρωδιές από τ΄αγιόκλημα, τις γαζίες και τα βασιλικά, που ήσαν γεμάτες οι αυλές των μικρών σπιτιών. Κι΄έφταναν τούτες οι μυρωδιές μέσα στο μικρό σπιτάκι του Νίκου και της Τασίας.
Κι΄ο Νίκος απολάμβανε αργά, ηδονικά το μισοτσίγαρο σαν να προσπαθούσε να το κάμει να μην τελειώσει ποτέ.  
-Δεν γίνεται αλλιώς κορίτσι μου. Κατάλαβε το. Είναι η μόνη λύση που έχουμε. Πρέπει να φύγουμε. Πρέπει Τασία μου.
Τούτη την ίδια συζήτηση ήτανε που είχανε κάθε βράδυ, μέρες τώρα. Σαν απόσωναν το φαγητό τους ο Νίκος έπιανε να μιλάει στην Τασία για τα σχέδιά του. Κι΄έκανε κάθε προσπάθεια να γεμίσει τα λόγια του με την ανάγκη της φυγής, που την έβλεπε σαν την  μόνη λύση στο πρόβλημά τους.
-Μόνο για τέσσερα-πέντε χρόνια Τασία μου. Ίσα για να μαζέψουμε λίγα λεφτά. Να μπορέσουμε τούτο το δωματιάκι να το φτιάξουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Μόνο τέσσερα - πέντε χρόνια μας φτάνουν.

Έχουν περάσει εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε. Όμως τούτα  τα λόγια έρχονται κάθε τόσο στα λογικά του Νίκου και τ΄αναθυμάται. Ήτανε τότε που προσπαθούσε να κάμει την Τασία να πει το “ναι” για να πάρουνε τους δρόμους της ξενιτιάς, για να βρούνε την τύχη τους, να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους και τη μιζέρια που σημάδευε σκληρά τα χρόνια της νιότης τους.   
Τ΄αναθυμάται και τούτο το βράδυ ο Νίκος. Τούτο το βράδυ που έχουν μαζευτεί οι φίλοι του να γιορτάσουν το καινούργιο τους σπίτι. Και φαντάζει στο νου του σαν να ήτανε χτες που τούτα τα λόγια τα έλεγε στην Τασία. Κι΄όμως από εκείνο το βράδυ έχουν περάσει εικοσιπέντε χρόνια. Εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια στην ξενιτιά.



Ήταν τότε που παντρεύτηκαν κει κάτω στην πατρίδα και φώλιασαν σ΄ένα μικρό δωματιάκι, ψηλά, στην κορφή κάποιου λόφου στην Ηλιούπολη. Προίκα της Τασίας ήτανε κείνο το δωματιάκι. Προίκα που της είχανε δώσει τ΄αδέλφια της. 
Κει πάνω, σ΄αυτό το δωματιάκι, ο Νίκος κι΄η Τασία προσπάθησαν να χτίσουν τα όνειρά τους.  Όμως μεγάλες οι απαιτήσεις της ζωής. Μικρό το μεροκάματο του Νίκου στις οικοδομές κι΄αυτό κάπου – κάπου. Όχι κάθε μέρα. Κι΄η Τασία να αγωνίζεται για να βοηθήσει την κατάσταση δουλεύοντας ολημερίς σε κάποια μικροφάμπρικα.
Και τα όνειρα έμεναν όνειρα. Το μικρό δωματιάκι έμενε πάντα μικρό, χωρίς καμιά ελπίδα για κάτι καλύτερο να φαίνεται από πουθενά. 
Κάποιος θείος του Νίκου από την Αμερική ήτανε, που του άναψε τον πόθο για το όνειρο της ξενιτιάς. Από μικρό παιδί ο Νίκος το ήξερε το παραμύθι της πλούσιας χώρας που, όπως έλεγαν, τα λεφτά τρέχουν στους δρόμους. Χιλιάδες φορές το είχε ακούσει τούτο το παραμύθι. Είχε ακούσει πως έφτανε ν΄απλώσεις το χέρι σου και να μαζέψεις όσο χρήμα ήθελες. Δεν τα πίστεψε ποτέ όλα τούτα ο Νίκος. Όμως στο πρόβλημά τους σαν μόνη λύση έβλεπε το δρόμο της ξενιτιάς. ‘Εψαχνε βαθιά στην ψυχή του κι΄έβλεπε πως δεν ήθελε να φύγει από τον τόπο του. Από τον τόπο που γεννήθηκε, που μεγάλωσε κι΄αντρώθηκε. Από τον τόπο που γνώρισε τις πρώτες χαρές της ζωής αλλά και πολλές πίκρες και βάσανα. Ένοιωθε πως ήτανε ζυμωμένος με τα χώματα του τόπου του. Πως τα είχε ποτίσει με τον ιδρώτα του. Τον αγαπούσε τον τόπο του ο Νίκος. Τον ένοιωθε δικό του. Αγαπούσε κείνη την γειτονιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ένοιωθε πως ήτανε δεμένος με τα μικρά φτωχόσπιτα της γειτονιάς του και τους απλούς μεροκαματιάρηδες ανθρώπους της. Αγαπούσε τα στενά δρομάκια της, το μικρό καφενεδάκι και το ταβερνάκι τους. Αγαπούσε τις αυλές με τις κληματαριές, τ΄αγιόκλημα και τα βασιλικά. Έλεγε μια καλημέρα με όλους εκείνους τους γειτόνους και την ένοιωθε. Γνωριζόντουσαν όλοι μεταξύ τους. Τους έδεναν οι ατέλειωτοι  αγώνες τους για το μεροκάματο, για τη ζωή.
Όμορφα εκείνα τα χρόνια στην πατρίδα. Όμως φτώχεια. Μεγάλη φτώχεια. Μια όμορφη πατρίδα, λουσμένη στον ήλιο και στο γαλάζιο του ουρανού, όμως φτιαγμένη  για λίγους. Κι΄οι πολλοί να μαραίνονται στη φτώχεια και στη δυστυχία. 
Όμως και την Τασία την φόβιζε πάρα πολύ η ξενιτιά. Δεν την ήθελε. Δεν την έβλεπε σαν την μοναδική λύση. Πως να φύγει από κείνο τον τόπο, από τ΄αδέλφια της και τους δικούς της; Πως να βρεθεί σε μια χώρα άγνωστη που κανείς δεν την γνώριζε και κανέναν δεν ήξερε; Πως θα μπορούσε να σταθεί μέσα σ΄ένα πλήθος ανθρώπων που μιλούσαν άλλες γλώσσες και που αυτή λέξη δεν θα καταλάβαινε; Την φόβιζε την  Τασία το παραμύθι με τα πολλά λεφτά. Φοβόταν τις μεγάλες πολιτείες με τους μεγάλους δρόμους, με τα πολλά φώτα και τις χιλιάδες τα αυτοκίνητα. Αγαπούσε κείνη τη γειτονιά η Τασία κει πάνω στη Ηλιούπολη. Την πόλη του Ήλιου, όπως της άρεσε να την λέει..Ένοιωθε πως τα όνειρα που μπορούσε να έχει χωρούσαν στο μικρό δωματιάκι. 
-Τι θα γίνει όμως Τασία μου, σαν θ΄αρχίσουν τα κουτσούβελα να έρχονται ένα-ένα; Της έλεγε ο Νίκος.Που θα τα βάλουμε σ΄ένα δωματιάκι; Τι θα τα ταΐζουμε; 
Σταματούσε, σηκωνόταν και πήγαινε κοντά της. Την αγκάλιαζε και κάνοντας τη φωνή του όσο μπορούσε πιο τρυφερή προσπαθούσε να λυγίσει τις αντιρρήσεις της.
Γι΄αυτό σου λέω! Πάμε. Πάμε για τέσσερα-πέντε χρόνια μόνο.  Θα δουλέψουμε κι΄οι δυο, θα τα μαζέψουμε και θα φύγουμε. 
Σιγά-σιγά άρχισε κι΄η Τασία να συνηθίζει στην ιδέα της ξενιτιάς. Πήρανε να μεγαλώνουν τα όνειρά της και μέσα σ΄αυτά άρχισε να βλέπει κείνο το μικρό δωματιάκι  να γίνεται ένα σπίτι μεγάλο. Ένα σπίτι με όμορφες βεράντες, με μεγάλη σκαλιστή εξώπορτα και με πολλά δωμάτια. Ένα σπίτι πελώριο, που να χωράει όλα τα όνειρά της αφού κι΄αυτά θα ήσαν τόσα πολλά.Ονειρευόταν ένα σπίτι που να το καμαρώνουν και να το ζηλεύουν όλοι οι γειτόνοι. Να χωρέσει τα παιδιά της, τα κουτσούβελα όπως τα έλεγε ο Νίκος, που ένα - ένα θα άρχιζαν να έρχονται. 

Ήτανε ένα φθινοπωριάτικο πρωινό. Ένας χλομός ήλιος τρεμόπαιζε κρυφτό με κάποια σύννεφα. Ένας ουρανός, μ΄ένα γαλάζιο ξεθωριασμένο χρώμα απλωνόταν πάνω από το πλοίο που κείνη την ώρα περνούσε πλάι από το Άγαλμα της Ελευθερίας, στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης. 
Ο Νίκος με την Τασία στέκονταν ακουμπισμένοι στα ρέλια του καραβιού προσπαθώντας να τυλιχτούν όσο μπορούσαν πιο πολύ στα μισοτριμένα παλτά τους σε μια προσπάθεια ν΄αποφύγουν το πρωινό φθινοπωριάτικο αγιάζι. Κοιτούσαν το άγαλμα και ποιος ξέρει ποιες σκέψεις ήσαν ανάκατες μέσα στο μυαλό τους. 
Το καράβι που τους έφερνε στη νέα πατρίδα τους αργοσκίζοντας τα γκριζοπράσινα νερά του ποταμού Χάτσον πέρασε κάτω από τη μεγάλη γέφυρα του Βεραζάνο και προχωρούσε προς το λιμάνι της Νέας Υόρκης.
Ο Νίκος με την Τασία κοιτούσαν ανέκφραστοι γύρω τους, ανάμεσα σε όλους τους επιβάτες του πλοίου που είχαν ανέβει στο κατάστρωμα για να θαυμάσουν τη μεγάλη πόλη που τους περίμενε. Μέσα στην ψυχή τους ένοιωθαν το σφίξιμο της πρωτόγνωρης ξενιτιάς.  Η Τασία προσπαθούσε να σφιχτεί όσο πιο πολύ μπορούσε πάνω στον Νίκο. Ίσως ήτανε το πρωινό αγιάζι, ίσως ο φόβος του άγνωστου, ίσως ακόμη η μοναξιά και η ερημιά που είχαν αρχίσει να νοιώθουν γύρω τους. Κι΄ο Νίκος την έσφιγγε πάνω του προσπαθώντας να της δώσει δύναμη και κουράγιο.
Μέσα στο σύθαμπο του φθινοπωριάτικου πρωινού κοιτούσαν τα πολυώροφα κτίρια του Μανχάταν που υψώνονταν μουντά και σκούρα στα μάτια τους. Όλα τους έδειχναν πως είχαν φτάσει στη χώρα που θα έφτιαχναν τα όνειρά τους. Κι΄έμεναν εκεί, ακουμπισμένοι στα ρέλια του πλοίου, σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον.
Από το πρωινό της άλλης μέρας ξεκίνησαν τον αγώνα τους. Πρωί πρωί ο θείος του Νίκου τον πήρε μαζί του σ΄ένα μικρό μαγαζάκι που είχε κάπου εκεί, στους 14 δρόμους, στην Union Square. Για την Τασία είχε βρεθεί κάποια δουλειά σ΄ένα μικρό εργαστήριο που έφτιαχναν φορέματα. Κάποιες Ελληνίδες που δούλευαν εκεί την έπαιρναν μαζί τους κάθε πρωί ώσπου να μάθει και η ίδια και να μπορεί να πηγαίνει μόνη της.
Πέρασαν κι΄έπαθαν πολλά στην αρχή ώσπου να το πάρουν απόφαση και να συνηθίσουν πως πλέον ήσαν ξένοι σε μια ξένη χώρα. Κι΄ακόμη έπρεπε να συνηθίσουν τους ανθρώπους της και τον τρόπο της ζωής τους. Ένοιωθαν ένα αβάσταχτο βάρος μέσα τους. Τους έπνιγε η στενοχώρια. Ιδιαίτερα τα βράδια, σαν μαζευόντουσαν στο μικρό σπιτάκι, που είχε νοικιάσει γι΄αυτούς ο θείος τους κάπου εκεί στο Μπρούκλυν. Κοιτούσαν έξω από τα παράθυρά του και έβλεπαν μόνο τους τοίχους των άλλων σπιτιών. Τοίχους από τσιμέντα και τούβλα. Ούτε καν τον  ουρανό δεν μπορούσαν να δουν από τα ψηλά σπίτια που έπνιγαν το δικό τους. Τότε ήταν που η Τασία θυμόταν το μικρό τους δωματιάκι, σκαρφαλωμένο στην κορφή του λόφου, πάνω στην Ηλιούπολη. Ήταν τότε που ένας κόμπος έπνιγε το λαιμό της κι΄ένα δάκρυ έφτανε στις άκρες των ματιών της, καθώς τα θυμόταν. Θυμάται σαν άνοιγε το παράθυρο έβλεπε κάτω από τα πόδια της ν΄απλώνεται ήρεμη η Αθήνα. Κι΄ήταν τότε που η Τασία ένοιωθε πως από κει πάνω, από εκείνο το μικρό δωματιάκι μπορούσε να εξουσιάζει όλη εκείνη τη μεγάλη πόλη. 

Τα δειλινά έβλεπε έναν πελώριο χρυσοκόκκινο ήλιο να βουτάει στην άκρια της θάλασσας καθώς κατέβαινε αργά προς τη δύση του.Θυμόταν τον γαλανό ουρανό που έστεκε ώρες ατέλειωτες να τον κοιτάζει. Κι΄ύστερα, τα βράδια, τούτον τον ίδιο ουρανό τον έβλεπε να στέκει πάνω της πλημμυρισμένος με τ΄άστρα του. Κι΄έμοιαζε σαν μιαν ατέλειωτη σκέπη πάνω από το μικρό της δωματιάκι.    
-Κουράγιο Τασία μου, προσπαθούσε να την παρηγορήσει ο Νίκος. Θα περάσει ο καιρός. Θα κυλήσουν τα χρόνια. Θα μαζέψουμε τα λεφτά που χρειαζόμαστε και θα φύγουμε. Θα φύγουμε Τασία μου.
Κι΄η Τασία χωρίς καθόλου να μιλάει χαμήλωνε το βλέμμα της και άφηνε τα δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια της.
Δύσκολη η ζωή κι΄εδώ στην πλούσια χώρα που είχαν έλθει. Το χρήμα δεν το έβρισκε κανείς στους δρόμους όπως έλεγαν. Χρειαζόταν σκληρή δουλειά, κόπος πολύς για να το αποκτήσεις. Κι΄ο Νίκος δούλευε σκληρά στον θείο του. Όμως τα λίγα χρήματα που τους πετούσε ούτε που έφταναν για να ζήσουν.
Το μεροκάματο της Τασίας πολύ μικρό και αυτό. Όμως ο κόσμος να χαλούσε και να πνίγονταν στην ανάγκη, αυτά τα λίγα χρήματα πήγαιναν στην τράπεζα. Πίστευαν πως μ΄αυτά θα μπορούσαν να φτιάξουν το όνειρό τους. Όμως σαν κάθονταν καμιά φορά κάτω κι΄έβαζαν χαρτί και μολύβι, έβλεπαν ότι τα πέντε χρόνια που είχαν βάλει σαν πρόγραμμα έπρεπε να γίνουν δεκαπέντε και βάλε. Τότε ήταν που και ο Νίκος έχανε την ψυχραιμία του. Τον χτυπούσε κι΄αυτόν η απελπισία. Όμως τα κατάπινε μέσα του.
-Δεν γίνεται τίποτα, έλεγε στην Τασία. Με τους μισθούς μας τίποτα δεν θα γίνει ποτέ. Πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους. Να κάνουμε δικές μας δουλειές. 
Ρίχτηκε σε καινούργιους αγώνες ο Νίκος. Κάποιοι του είπαν πως εδώ υπάρχει πολλή δουλειά με τα σπίτια. Επισκευές, βαψίματα, κουφώματα. 
Άφησε το μαγαζάκι του θείου του και καταπιάστηκε μ΄αυτές τις δουλειές ο Νίκος. Κάτι γνώριζε από την πατρίδα και τα ψευτοκατάφερνε. Κάπως πήρε ν΄αλλάζει λιγάκι η ζωή τους. Όχι μεγάλα πράματα βέβαια. Βλέπεις εκείνα τα χρόνια και η Αμερική περνούσε δύσκολους καιρούς. Οι καλές εποχές είχανε φύγει για πάντα. Κι΄η Τασία είχε απομείνει να μετράει τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια. Τότε ήτανε που την έπιανε το παράπονο, σαν έβλεπε πως οι κόποι τους και οι αγώνες τους στην ξενιτιά δεν βγαίναν για το όνειρό τους. 
-Τρία χρόνια Νίκο μου, του έλεγε με τα μάτια της υγρά από τα δάκρυα, κι΄ό,τι έχουμε μαζέψει δεν μας φτάνει ούτε για τα πορτοπαράθυρα.Αμίλητος την άκουγε ο Νίκος. Μέσα απ΄τα λόγια της ξεχώριζε το δίκιο της. Έσκυβε το κεφάλι του και αναλογιζόταν πως πέρασαν τρία χρόνια στην ξενιτιά κι΄ όμως τίποτα δεν είχαν καταφέρει.
Πάνω στα τρία χρόνια ήλθε το πρώτο τους παιδί. Όχι πως το ήθελαν. Ο αγώνας τους στην ξενιτιά για το όνειρό τους δεν τους επέτρεπε τέτοιες πολυτέλειες. Όμως να ! Μια απροσεξία, κάποιο λάθος και νάσου ένα όμορφο αγοράκι στον κόσμο. Το κρατούσε στην αγκαλιά του ο Νίκος, το κοιτούσε και του χαμογελούσε θλιμμένα. Συλλογιζόταν πως ίσως τούτο το μικρό πλασματάκι ήταν η πρώτη άγκυρα που έριχναν στην ξενιτιά τους ίσως και χωρίς να το θέλουν.  
Με τον ερχομό του μωρού όπως ήτανε επόμενο η Τασία σταμάτησε να δουλεύει. Έτσι οι ανάγκες τους μεγάλωσαν πιο πολύ. Κι΄ο Νίκος αναγκάστηκε να τρέχει και να δουλεύει περισσότερο. Και τ΄όνειρο του γυρισμού είχε απομείνει πια να είναι ένα όνειρο.Τώρα πλέον είχανε πάψει να μιλάνε για τέσσερα-πέντε χρόνια. Είχανε αρχίσει να μιλάνε  έτσι, κάπως αόριστα...ακόμα λίγα χρόνια. Κι΄η κατάσταση να είναι πάντα η ίδια. Και τα πράματα να πηγαίνουν κάθε μέρα και πιο χειρότερα. Αναποδιές, φτώχεια, δυσκολίες και η ζωή πανάκριβη. Κι΄ο αγώνας του Νίκου να γίνεται κάθε μέρα πιο μεγάλος και πιο σκληρός. Κι΄έβλεπαν με τρόμο το χρόνο να κυλάει πάνω τους ασταμάτητα.
Κάποτε φτάσανε τα πέντε χρόνια στην ξενιτιά και προκοπή καμιά. Μόνο ένα αγώνας χωρίς ένα σταμάτημα. Ένα άγχος, μια μιζέρια, μια στέρηση. Δύσκολες μέρες. Πολύ δύσκολες. 
Κι΄ηταν τότε, πάνω στα πέντε χρόνια που ήρθε και το δεύτερο παιδί. Κοριτσάκι τούτο δω. Γέμισε το μικρό τους σπίτι με το κλάμα του καινούργιου μωρού. Το έπαιρνες ο Νίκος στην αγκαλιά του και το κοιτούσε. Κι΄έφτασε να το βλέπει κι΄αυτό σαν μια δεύτερη άγκυρα στην ξενιτιά τους.
-Νίκο μου πάμε να φύγουμε, του έλεγε κάθε τόσο η Τασία. Ξέρεις τι μου έλεγε μια γυναίκα στην εκκλησιά προχτές; Πως αν είναι να φύγουμε, να φύγουμε τώρα που τα παιδιά είναι μικρά. Σαν μεγαλώσουν και αρχίσουν να πηγαίνουν στο σχολείο πολύ δύσκολο να φύγουμε.
-Να φύγουμε βρε Τασία μου, της έλεγε ο Νίκος αναστενάζοντας. Να φύγουμε. Που να πάμε; Πως να χωρέσουμε τώρα με δυο παιδιά στο μικρό μας δωματιάκι; Κάμε λίγη υπομονή ακόμη. Θα φτιάξουν τα πράματα. Τούτη η χώρα δεν μπορεί να μείνει για πολύ έτσι. Θ΄αρχίσει το χρήμα να τρέχει και πάλι. Άλλωστε έχουμε καιρό ακόμη ώσπου να μεγαλώσουν τα παιδιά μας.
Τα ΄λεγε όλα αυτά ο Νίκος στην Τασία χωρίς κι΄ο ίδιος να τα πιστεύει. Τα΄λεγε έτσι, ίσα για να την παρηγορεί. Όμως κοιτούσε τα δυο μικρά του κι΄έννοιωθε μέσα του πως είχε ρίξει για τα καλά πλέον δυο άγκυρες στην ξενιτιά.
Κι΄ο χρόνος περνούσε πάνω τους. Περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια πάντα ίδια. Χωρίς να φέρνουν μαζί τους κάτι καλύτερο. Η Τασία δεν δούλευε πια. Έδινε όλο το χρόνο της στο μεγάλωμα των παιδιών της.Ήξερε πως σε τούτη τη χώρα τα παιδιά είχανε ανάγκη από μια ξεχωριστή  φροντίδα και προσοχή. Ό,τι μπορούσε να μαζέψει ο Νίκος τους έφταναν μόνο για τα έξοδα και κάτι λίγα στην άκρη για ώρα ανάγκης. Οι καλύτερες μέρες δεν έλεγαν να φτάσουν ποτέ. Έβλεπαν το όνειρο του γυρισμού να μακραίνει χωρίς να έχουν τη δύναμη να το ομολογήσουν ο ένας στον άλλον. Μιλούσαν σπάνια πλέον γι΄αυτόν τον γυρισμό, έτσι αόριστα. Ίσως για να μπορούν έτσι να κρατάνε μιαν ελπίδα, που η κάθε μέρα που περνούσε την έκανε να γίνεται και πιο μακρινή. 
Κάποτε έφτασε ημέρα που ο μικρός, ο Μάνος πήγε στο σχολείο. Κι΄ο Νίκος με την Τασία ήσαν ακόμη στην ξενιτιά να αγωνίζονται για το όνειρό τους. ‘Ενα όνειρο, που όμως είχαν αρχίσει να μην πιστεύουν πλέον σ΄αυτό. Κάθε μέρα που ο μικρός γυρνούσε από το σχολειό τους πετούσε κι΄από μια ξένη λέξη που είχε μάθει. Και του άρεσε πολύ του Μάνου να παίζει με τις λέξεις της καινούργιας του γλώσσας.  
Κάποτε ο Νίκος και η Τασία σταμάτησαν πλέον κάθε συζήτηση για το όνειρό τους και τον γυρισμό τους στην πατρίδα. Είχαν αρχίσει πλέον να συνηθίζουν. Βρήκαν κι΄έκαναν φίλους κι΄έβγαιναν όλοι μαζί παρέα.
Αγόρασαν κι΄ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο κι΄αρχισαν να ξεμακραίνουν από τη Νέα Υόρκη.  Άρχισαν να γνωρίζουν άλλα μέρη κι΄αυτό έδινε μια χαρά στη μονοτονία της ζωής τους. Ξέφευγαν από τα τσιμέντα της μεγαλούπολης κι΄αρχισαν να τριγυρίζουν στις εξοχές. Τους άρεσε να θαυμάζουν τα απέραντα δάση και τη φύση που ήταν πνιγμένη στο πράσινο. Τα καλοκαίρια πήγαιναν και στη θάλασσα για να κάμουν μπάνιο τα παιδιά και να περάσουν όμορφα. Έτσι κάποια μέρα κατάλαβαν πως είχε αρχίσει να τους αρέσει τούτη η χώρα της ξενιτιάς τους, χωρίς όμως ακόμη να θέλουν να το ομολογήσουν και στον εαυτό τους. Τ΄όνειρο του γυρισμού πήρε να ξεθωριάζει για τα καλά κι΄έμοιαζε πλέον να γίνεται μια νοσταλγία. 
Κυλούσε πάνω τους ο χρόνος ασταμάτητα και τα παιδιά μεγάλωναν. Τα κοιτούσε ο Νίκος κι΄έννοιωθε πως οι άγκυρες είχαν πλέον δέσει για τα καλά σε τούτον τον μακρινό τόπο.  
Με το πέρασμα του χρόνου ο Νίκος είχε καταφέρει να προχωρήσει πολύ καλά στις δουλειές του. Είχα φτιάξει μια αξιόλογη οικοδομική επιχείρηση. Αναλάμβανε μεγάλες δουλειές και το χρήμα πλέον ήταν τόσο πολύ που ίσως τώρα θα μπορούσε να κάμει το μικρό δωματιάκι της Ηλιούπολης ένα μικρό παλάτι. Όμως κάπου μέσα του ένοιωθε πως τούτο δεν ήταν πλέον το όνειρό του, ο στόχος του. Ένοιωθε πως το μόνο όνειρό του, μοναδικός του στόχος ήταν να μεγαλώσει τα παιδιά του, να τα σπουδάσει, να γίνουν κάποιοι. Κι΄η Τασία έμοιαζε να είναι κι΄αυτή πλέον υποταγμένη στη μοίρα που τους είχε χαράξει η ζωή τους.
Τότε ήταν που αποφάσισαν να πάρουν ένα δικό τους σπίτι. Παίρναν τους δρόμους σχεδόν κάθε μέρα ψάχνοντας να βρούνε κάτι που να τους αρέσει πολύ. Και κάποια μέρα βρήκαν μια πολύ όμορφη μονοκατοικία, ένα σπίτι κούκλα ομορφιάς, σ΄ένα πολύ όμορφο μέρος του Λονγκ Άϊλαντ. Και κάποια μέρα στήθηκαν εκεί και κάλεσαν τους φίλους τους να το γιορτάσουν.
Ήταν μια όμορφη βραδυά. Λίγοι καλοί φίλοι με τα παιδιά τους κι΄ο Νίκος με την Τασία πρωταγωνιστές στο επίκεντρο της παράστασης.
Συζητήσεις, φλυαρίες κι΄επαίνους για την πρόοδο του Νίκου. Κι΄αυτός αμίλητος σε μια γωνιά, κρατώντας ένα ποτήρι με ποτό στο χέρι, κοιτούσε τους φίλους του κι΄ άκουγε αφηρημένα όσα του έλεγαν. Έμοιαζε σαν να μην ήταν εκεί. Ο νους του είχε καρφωθεί στην τρίτη και πιο μεγάλη άγκυρα που είχε ρίξει σε τούτη την ξενιτιά. Στο σπίτι του. Ρουφούσε αργά το ποτό του, κοιτούσε γύρω του το σπίτι, τους φίλους του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του  και στο νου του ηχούσαν παράξενα, απόμακρα τα λόγια εκείνα που πριν από κάμποσα χρόνια, μέσα στο μικρό δωματιάκι, πάνω στην Ηλιούπολη, προσπαθούσε μα πείσει την Τασία να φύγουν για την ξενιτιά. “Δεν γίνεται αλλιώς κορίτσι μου. Κατάλαβέ το. Πρέπει να πάμε. Μόνο για τέσσερα-πέντε χρόνια Τασία μου. Ίσα για να μαζέψουμε λίγα λεφτά. Να μπορέσουμε τούτο το δωματιάκι να το φτιάξουμε ένα όμορφο σπιτάκι.   
-Ωραίο Νίκο μου. Πολύ ωραίο το σπιτάκι σας, τον έβγαλε από τους λογισμούς του η φωνή του Κώστα, του φίλου του. Δηλαδή τι σπιτάκι.Αυτό είναι σπιταρόνα, του είπε και ξέσπασε σε γέλια.
Ο Νίκος τρφάβηξε μια ρουφηξιά από το ποτό του, χαμογέλασε και του είπε.
-Λάθος Κώστα μου. Λάθος κάνεις. Τούτο δεν είναι σπιτάκι. Μια ακόμη άγκυρα στην ξενιτιά μας είναι. Και μάλιστα μια άγκυρα βαριά κι΄ασήκωτη. 

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ


Φίλοι μου γειά σας. 
Ζητώ συγνώμη που θα ξεφύγουμε λίγο από τη γραμμή αλλά θα πρέπει σήμερα να δώσουμε το λόγο στους φίλους Ζακυνθινούς και στο πασίγνωστο χορευτικό συγκρότημά τους ΤΟ ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ.
Θαυμάστε τους.



Με την ευκαρία της γιορτής των 50 χρόνων από την ίδρυσή 

του παρουσιάζω σήμερα με μια ιδιαίτερη χαρά και τιμή το 

χορευτικό συγκρότημα ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ από την 


Ζάκυνθο. 

Σ΄αυτά τα πενήντα χρόνια κάτω από την καθοδήγηση άξιων 

ανθρώπων, ανθρώπων που αγασπούσαν το νησί τους και τις 

παραδόσεις του, το συγκρότημα αυτό έγραψε μια αξιόλογη 

ιστορία. Σήμερα, μετά απόπενήντα χρόνια, οι συνεχιστές 

της ιδέας των πρωτοπόρων με την ίδια αγάπη για το νησί 

τους, με την ίδια λαχτάρα να διασώσουν την ιστορία και τις 

παραδόσεις του νησιού τους, πήραν το ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ 

ΛΕΒΑΝΤΕ στα χέρια τους και συνεχίζουν. Κι΄εγώ από τη 

θέση αυτή, από την ιστοσελίδα Εφδτάνησα, προσφέρομαι με 

χαρά μου να παρουσιάζω τις δραστηριότητές τους.  





ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
« ΤΟ ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ »


Το συγκρότημα ιδρύθηκε στη Ζάκυνθο το 1964 με πρωτοβουλία του καθηγητή φυσικής αγωγής Άγγελου Βισβάρδη. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η καταγραφή των παραδοσιακών χορών – τραγουδιών της Ζακύνθου και η μετάδοσή τους στις νεότερες γενιές.
Με συστηματική έρευνα ο σύλλογός κατόρθωσε να διασώσει ξεχασμένους χορούς της λαϊκής μας παράδοσης, μεταξύ αυτών, 
i) την ”Άμοιρη”, μιμητικό χορό που χορευόταν στο ορεινό χωριό Άγιος Λέοντας, κυρίως την περίοδο της Αποκριάς, 
ii) τον ”Γιαργηττό”, πανάρχαιο χορό που μόνο ελάχιστοι υπέργηροι μπορούσαν να θυμηθούν και ευτυχώς να περιγράψουν.
Για πρώτη φορά παρουσίασε χορούς και τραγούδια από τη Ζάκυνθο με αυθεντικούς λαϊκούς χορευτές και οργανοπαίχτες, στην ”Πρώτη Συνάντηση Μεσαιωνικού & Λαϊκού Θεάτρου” που πραγματοποιήθηκε στη Ζάκυνθο το 1965.
Σημαντική ήταν η συμμετοχή στη Λευκάδα το 1967 στις ”Γιορτές Λόγου και Τέχνης”, όπου παρουσίασε τον πανάρχαιο χορό ”Γιαργηττό” ή ”Χορό του Θησέα” με πρωτοχορευτή τον ιδρυτή του συλλόγου Άγγελο Βισβάρδη.



Στα χρόνια που ακολούθησαν ο σύλλογος ανέπτυξε πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα.
           Δίδαξε παραδοσιακούς χορούς στα σχολεία και τα χωριά της Ζακύνθου.
            Παρουσίασε χορούς και τραγούδια σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα.
            Ήρθε σε επαφή με πολιτιστικούς συλλόγους αποδήμων Ελλήνων και έλαβε μέρος σε εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν γι’ αυτούς στις ΗΠΑ και τον Καναδά.
            Συμμετείχε σε πολλά φεστιβάλ παραδοσιακών χορών στο εξωτερικό (Γαλλία, Ισπανία κλπ).

Στις μέρες μας, το συγκρότημα συνεχίζει με το ίδιο αρχικό πάθος, την ενασχόληση με τους παραδοσιακούς χορούς και τα τραγούδια όχι μόνο της Ζακύνθου, αλλά και των Επτανήσων και της Ελλάδας γενικότερα.
            Διατηρεί τμήματα διδασκαλίας για μαθητές δημοτικού, Γυμνασίου αλλά και για μεγάλους κάθε ηλικίας
           Συμμετέχει σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τα μέλη του συλλόγου με μοναδικό κίνητρο την αγάπη για την ”παράδοση”, συνεχίζουν να εργάζονται για την καταγραφή και διάδοση των ηθών και εθίμων μας.
Στόχος μας η μεταλαμπάδευση τους στους νεώτερους.



ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένες από τις συμμετοχές – δραστηριότητες του συλλόγου μας, σε εκδηλώσεις και φεστιβάλ εντός και εκτός Ελλάδας.
         Παλιές δράσεις του συλλόγου
     1965 – Συμμετοχή στην «Πρώτη Συνάντηση Μεσαιωνικού & Λαϊκού Θεάτρου». Πρώτη εμφάνιση του συγκροτήματος και πρώτη παρουσίαση Ζακυνθινών  χορών. (Ζάκυνθος)
     1969 -  Συμμετοχή στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. (Θεσσαλονίκη
1975 – Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ του OVIEDO (Ισπανία)
     1976 - Συμμετοχή στις Γιορτές για την παράδοση – παραλαβή της φλόγας των Ολυμπιακών Αγώνων του Μόντρεαλ. Καταγραφή του χορού «Γιαργηττού» από την Καναδική τηλεόραση. (Αρχαία Ολυμπία)
     1979 – Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ της CHAROLLES (Γαλλία)
     1980 – Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ του STRASBOURG (Γαλλία)
     DIJON (Γαλλία)
    
1986 – Διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων στο Σηάτλ (ΗΠΑ)
     1989 – Διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων στο ΜΟΝΤΡΕΑΛ (Καναδάς)
   Επίσκεψη και παράσταση για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στο χωριό Νίκος Μπελογιάννης - Βουδαπέστη (Ουγγαρία)
2008 – Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ του CASTELLON αφιερωμένο στο Βασίλειο της Αραγονίας (Ισπανία)
         - Επίσκεψη στην πόλη του Σαγούντο μετά από πρόσκληση του πολιτιστικού συλλόγου Chentro Archeologico Saguntino και επαφές με τη Δημοτική Αρχή της πόλης (Ισπανία)
        – Συμμετοχή σε πολιτιστικές εκδηλώσεις 
2010 -  Διοργάνωση αποκριάτικου χορού «Αλλά παλαιά» στο ισόγειο του Πνευματικού Κέντρου (Ζάκυνθος)
         - Διοργάνωση Κηδείας της Μάσκας στο Πόβερο Καρναβάλι του δήμου Ζακυνθίων (Ζάκυνθος)
         - Συμμετοχή σε Πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου Κοζάνης (Κοζάνη)
         - Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ της TIMISOARA (Ρουμανία)
         -   Συμμετοχή στις πολιτιστικές εκδηλώσεις «Μεσογειακοί διάλογοι». Παρουσίαση του  ”Γιαργηττού” ή «Χορού του Θησέα». Η εκδήλωση έγινε στον Άγιο Λέοντα. Συμμετείχαν μουσικοχορευτικά σχήματα από τη Ζάκυνθο και τη Νότια Ιταλία (Ζάκυνθος)
  Συμμετοχή στο Διεθνές φεστιβάλ στη νήσο “La Palma” των Κανάριων Νήσων (Ισπανία)  
Συμμετοχή στη «Γιορτή ψωμιού» του συλλόγου «Μελισσιώτισσες» στο Κοιλιωμένο (Ζάκυνθος)
Συμμετοχή στην Πρωτοχρονιάτικη εκδήλωση με τοπικά ήθη και έθιμα του ΙΟΝΙΑΝ CHANEL στον Κόκκινο Βράχο.
   Φιλοξενία Σαγουντίνων ιστιοπλόων
    Παράσταση στην Πλατεία Σολωμού
    Παράσταση στο Σαρακινάδο – Γιορτή της Σταφίδας
    Παράσταση στο Λιμανάκι του Αγίου Σώστη – Βαρκαρόλα
   Ταξίδι στην Τουρκία – Εκπροσώπηση στο Διεθνές φεστιβάλ του Σίντιργκι
2014  Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Κουλούρας - επετειακή γιορτή για τα 50 χρόνια.-    Συμμετοχή στον εορτασμό του Πανηγυριού στο Άγιο Λύπιο.
   Συμμετοχή στις πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Κρεμαστή της Ρόδου, τις οποίες διοργάνωσε ο τοπικός Πολιτιστικός Σύλλογος.

Είναι βέβαιο ότι το ΦΙΟΡΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ,αυτή η πολιτιστική ομάδα των σπουδαίων ανθρώπων έχει ακόμη πάρα πολλά να μας δώσει και τα περιμένουμε.
Ένα μεγάλο "μπράβο" σε όλους.