Μπορείτε.....

....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Καλή χρονιά.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι.
Αγαπητοί επισκέπτες της ιστοσελίδας των Εφτανήσων.
Έχετε όλοι σας τις ευχές μου γιά τον καινούριο χρόνο
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Χρόνια πολλά γιά έναν χρόνο που ευχή μας είναι να φέρει
ΕΙΡΗΝΗ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Υγεία, ευτυχία και χαρά στε σπίτια σας.
Με αγάπη
Ντένης Κονταρίνης

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Αξέχαστα κάλαντα


Παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1945 ήτανε. Μόλις πριν λίγο καιρό ο πόλεμος είχε τελειώσει. Δεν είχε τελειώσει όμως για τη δύστυχη πατρίδα μας Στην Αθήνα κείνο τον Δεκέμβρη οι Άγγλοι χτυπιόντουσαν με το Αριστερό Κίνημα σε μία προσπάθεια να επιβάλουν στην πατρίδα μας τα δικά τους συμφέροντα. Το αίμα έτρεχε και από τις δύο μεριές και ο Εμφύλιος, που θα ξεσπούσε ένα χρόνο αργότερα ετοιμαζόταν με κάθε λεπτομέρεια από τους υποταχτικούς του Τσόρτσιλ.
Στην Κέρκυρα που εμείς ζούσαμε κείνο τον καιρό τα νέα έφταναν καθημερινά χωρίς όμως να επηρεάζουν την ζωή μας και ιδιαίτερα την ζωή εμάς, των μικρών παιδιών.
Μετά από τις τόσες στερήσεις της Κατοχής είχαμε αρχίσει να απολαμβάνουμε τη ζωή έτσι σιγά – σιγά όπως μας δινόταν.

Παραμονή της Πρωτοχρονιάς λοιπόν αποφασίσαμε να βγούμε για να πούμε τα Κάλαντα. Τα συμφωνήσαμε με τον Δημητράκη κι αρχίσαμε να ψάχνουμε για έναν ακόμη που όμως τον θέλαμε να είναι πιο πολύ θαρραλέος από μας για να μπορεί να παίρνει τα χρήματα από τους ανθρώπους. Ψάχναμε ανάμεσα σε όσους γνωρίζαμε αλλά τελικά κανένας δεν μας έκανε. Δεν εξυπηρετούσε τις προσδοκίες μας να μπορεί να ξεκολλάει τα λεφτά.. Το μυαλό μας γύριζε πάντα σε ένα και αυτός ήταν ο πλέον κατάλληλος όμως τον ξέραμε καλά και δεν του είχαμε καμιά εμπιστοσύνη. Τον φοβόμαστε. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Κώστα τον Αρούκατο, όπως τον λέγαμε αφού ήτανε πιο ψηλός από όλους εμάς, με κάτι πόδια στραβά και κοκαλιάρικα ενώ τα χέρια του έμοιαζαν σαν κουπιά. Το δε περπάτημά του ήτανε απόλαυση αφού περπατούσε με μικρά πηδηματάκια και αλλού πατούσε κι’ αλλού βρισκότανε.
-Απ’ ό,τι βλέπω Δημήτρη μου θα πέσουμε στον Αρούκατο αφού δεν βλέπω τίποτε άλλο, έλεγα στον φίλο μου.
-Κι’ εγώ έτσι τα βλέπω, μου έλεγε ο Δημήτρης. Τι λες;
-Να του μιλήσουμε όμως να είναι εν τάξει μαζί μας.
-Να κάνουμε συμφωνία και να τον προσέχουμε.
Βέβαια για τον Αρούκατο δεν ίσχυε καμιά συμφωνία.
Κι έτσι παραμονή Πρωτοχρονιάς βρέθηκε πλάι μας κι από ό,τι έδειχνε πολύ το ευχαριστιόταν.


Ξεκινήσαμε λοιπόν από νωρίς. Πιάσαμε όλη τη γειτονιά μας γύρω. Αφήσαμε μόνο την κυρά Φρόσω με την άρρωστη κόρη της την Ευγενία.
-Στη κυρά Φρόσω θάρθουμε τελευταίοι, μας είπε ο Αρούκατος. Και δεν θα πάρουμε λεφτά. Έτσι μάγκες; Δεν έχει ούτε να φάει η γυναίκα. Όμως θα της πούμε τα κάλαντα.
Συμφωνήσαμε. Τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε; Αρούκατος ήτανε αυτός.
Έτσι λοιπόν περάσαμε από την Πιάτσα, προχωρήσαμε προς το Καμπιέλο, περάσαμε από το Σαν Ρόκκο, κατηφορίσαμε στη Γαρίτσα. Εκεί καθίσαμε για λίγο στα σκαλοπάτια δίπλα στη θάλασσα.
-Ρε συ Αρούκατε. Πόσα λες να έχουμε πιάσει; τον ρώτησε ο Δημητράκης.
-Καλά πάμε, καλά πάμε, είπε με τη γρήγορη φωνή του ο Αρούκατος. Όμως χρειαζόμαστε κι’ άλλα ακόμη. Πάμε
Προχωρήσαμε, περάσαμε από την Σπιανάδα. Πήγαμε στο καφενείο του Παπαφλωράτου. Ήταν γεμάτο κόσμο. Κι εμείς βρήκαμε την ευκαιρία και αρχίσαμε.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά

Δεν μας άφησαν να πούμε και πιο πολλά. Όμως όλοι τους άνοιξαν τις τσέπες τους και μας έδινα. Κι’ εγώ κοιτούσα την τσέπη του Αρούκατου που όσο περνούσαν οι ώρες φούσκωνε και πιο πολύ. Κι ένοιωθα να τρέμει η ψυχή μου στη σκέψη πως ο Αρούκατος θα μας έκανε καμιά ζημιά.
Τελικά είχε νυχτώσει σαν γυρίσαμε στη γειτονιά μας. Σταθήκαμε μπροστά στο σπίτι της κυρά-Φρόσως κι’ εκεί απ’ έξω από την πόρτα της είπαμε τα κάλαντα
-Μείνετε σεις εδώ, μας είπε ο Αρούκατος. Θα μπω για λίγο και μετά....τέλος. Καθένας στο σπίτι του.
Κάτι δεν μας άρεσε έτσι όπως μας τα είπε. Όμως μείναμε εκεί και περιμέναμε. Ούτε ξέρω πόση ώρα πέρασε. Κάποια στιγμή τον είδαμε να βγαίνει.
-Άντε , μας είπε. Σπίτια μας τώρα.
-Τα λεφτά θα τα μοιράσουμε; Τόλμησα να τον ρωτήσω.
-Ποια λεφτά μου είπε.
Τον κοιτάξαμε για λίγο χωρίς να μιλήσουμε.
-Κι η κυρά-Φρόσω ρε σεις μάγκες και η άρρωστη Βγενίτσα πως θα κάνανε Πρωτοχρονιά; Άντε σπίτια σας είπα, και σήκωσε το αδύνατο χέρι του.
Κι εμείς προτιμήσαμε να το βάλουμε στα πόδια.
Την άλλη μέρα σαν συνάντησα τον Δημήτρη κοιταχτήκαμε για λίγο αμίλητοι. Μέσα μας νοιώθαμε κάποια μικρή χαρά που προσφέραμε κάτι τις σε μια άρρωστη κοπελίτσα και στη μάνα της έστω κι αν όλη μέρα τα λέγαμε τσάμπα.

Ντένης Κονταρίνης

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Χριστούγεννα στην Κέρκυρα της κατοχής

Ήτανε λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ’43, στην Κέρκυρα. Βαρύς ο χειμώνας είχε φτάσει κείνην τη χρονιά. Όλες οι μέρες, η μία μετά την άλλη ερχόντουσαν και φεύγανε γεμάτες σύννεφα, μια βροχή που ήτανε πολύ κρύα κι ένας αγέρας παγωμένος, που σφύριζε και έμοιαζε να μας τρυπάει μέχρι τα κόκαλα. Κι ήτανε κι η πείνα που έσφιγγε τα στομάχια μας κι έκανε το κρύο να φαντάζει ακόμη πιο φοβερό και να μας βασανίζει ακόμη πιο πολύ.

Δυο τρεις μήνες είχανε περάσει που οι Γερμανοί, μετά την σύρραξη που είχανε με τους Ιταλούς και αφού κάψανε την πόλη, καταλάβανε όλο το νησί και η ζωή όλων μας έγινε τρομερά δύσκολη. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί κανείς να βρει για να φάει. Όσο κι’ αν έψαχνε σε όλη την αγορά ήταν αδύνατο να βρει κάτι φαγόσημο. Οι πιο πολλοί από τους κατοίκους ξεκινούσαν χαράματα με την ανατολή του ήλιου, τριγυρνούσαν όλα τα γύρω χωριά και πρόσφεραν στους χωρικούς ρούχα, χρυσαφικά και ό,τι άλλο διέθεταν με αντάλλαγμα οτιδήποτε που να μπορούσε να λιγοστέψει την πείνα τους.

Για μας τα παιδιά το μαρτύριο ήταν ανυπόφορο. Μάταια γυρίζαμε όλη μέρα στις διάφορες γειτονιές και ψάχναμε τους ντενεκέδες με τα σκουπίδια. Ποιος πετούσε σκουπίδια κείνη την εποχή; Με το γέρμα του ήλιου, αποκαμωμένοι γυρνούσαμε στα σπίτια μας για να δούμε το θλιμμένο πρόσωπο της μάνας μας με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα να μας κοιτάζει αμίλητη μην έχοντας ούτε τη δύναμη να μας πει ότι δεν έχει τίποτε να μας δώσει να φάμε. Ερχόταν κάποια στιγμή κι ο πατέρας. Μαζευόμαστε όλα γύρω του και τον κοιτάζαμε στα μάτια καρτερώντας μήπως ανοίξει κάποια τσέπη του και μας δώσει κάτι τις. Κι η νύχτα μας περνούσε προσπαθώντας να ξεχάσουμε την πείνα μας παραδομένοι στον ύπνο.
Κάπως έτσι φτάσαμε και στην παραμονή των Χριστουγέννων κείνη τη χρονιά. Χαράματα σηκώθηκε κείνο το πρωινό ο πατέρας και μόλις ήρθε η ώρα που επιτρεπόταν η κυκλοφορία τον είδαμε να βάζει στις τσέπες του κάποια πράματα και ανοίγοντας την πόρτα χάθηκε μέσα στο πρώτο πρωινό φως της μέρας. Γύρισε το βράδυ σαν είχε αρχίσει να απλώνεται το σκοτάδι. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά μια σακούλα μεγάλη και οι τσέπες του αρκετά φουσκωμένες έμοιαζαν στα μάτια μας σαν να έκρυβαν μέσα τους κάποιο θησαυρό.
Μαζευτήκαμε όλοι γύρω του και περιμέναμε κοιτάζοντας τον στα μάτια. Κι αυτός, αφού μας χάιδεψε για λίγο έβγαλε από τις τσέπες του λίγα ξερά σύκα και μας έδωσε από ένα.
-Κατάφερα να βρω λίγο καλαμποκάλευρο, είπε με κουρασμένη τη φωνή του στη μάνα μας.
Μου δώσανε και λίγο λάδι.
Σταμάτησε για λίγο. Χαμήλωσε τη φωνή του
-Δυο δαχτυλίδια για το λάδι και τα τρία βραχιόλια για το καλαμποκάλευρο.
Η μητέρα μου δεν μίλησε. Προσπάθησε μόνο να κρύψει κάποιο δάκρυ της αλλά δεν τα κατάφερε.
Την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, πήρε να μαγειρέψει. Ανακάτεψε το καλαμποκάλευρο με νερό, έριξε μέσα και λίγο λάδι και το έβαλε στο τηγάνι.
Σαν έδειξε πως ψήθηκε κείνο το παράξενο κατασκεύασμα, το έβγαλε από το τηγάνι, το έκοψε σε κομμάτια και καθίσαμε όλοι γύρω από το τραπέζι. Ποτέ μας δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε τι ήτανε εκείνο που φάγαμε κείνα τα Χριστούγεννα της Κατοχής. Όμως για κάποιες ώρες το στομάχι μας έμοιαζε να είναι γεμάτο.

Ντένης Κονταρίνης

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Τον Κεφαλονίτη τον φοβήθηκε κι ο Άγιος Πέτρος

Αγαπητοί μου φίλοι.
Πιστεύω πως είναι η στιγμή και για λίγο γέλιο.
Ένα ανέκδοτο από το βιβλίο του αείμνηστου Χρήστου Βουνά,
του ανθρώπου που με τα αστεία και τις φάρσες του
έκανε όλη την Κεφαλονιά να γελάει
Απολαύστε το.
.
Πολλές φορές είχε γλυτώσει τη ζωή του στη ζούγκλα, από τους καννίβαλους, τ΄άγρια θηρία και τα τρομερά ερπετά, ο αλησμόνητος φίλος μου ο Γεράσιμος.
Πολυταξίδεψε, θαλασσοδάρθηκε, ναυάγησε, γύρισε κι αλώνισε όλους τους ωκεανούς και όλες τις ηπείρους του γήινου πλανήτη μας, σαν βέρος Κεφαλλονίτης, αλλά στα στερνά του τα κατάφερε να γυρίσει στο ξακουστό νησάκι του, που συνέχιζε την γόνιμη παραγωγή Οδυσσέων, με γερό κομπόδεμα στην τσέπη του.
-Τώρα την φουντάρισα γιά καλά! Δεν το ξανακουνάω ρούπι, είπε στους παλιούς φίλους του.
Κι αγόρασε σπίτια για να κάτσει και να τα νοικιάσει, κι αγόρασε ελιές που δίνουνε ανέξοδα το εισόδημα. Και παρά τα εξήντα χρόνια του έψαχνε να βρει καμμιά κοπέλλα δεκαεξάχρονη, για να της χαρίσει την αγνότητα και όλη τη φλόγα της δροσερής του νεότητας. Και σαν γνήσιος Κεφαλλονίτης και έπινε και χαρτόπαιζε και τα ζητούσε όλα δικά του, χωρίς βέβαια να παραλείπει να στέλνει του διαόλου, προς φιλοξενίαν, ψυχαγωγίαν και περιποίησην όλους τους γνωστούς του Αγίους.
Αλλά παρά τα ελαττώματά του είχε και ένα προσόν. Αγαπούσε τα αδύνατα πλάσματα. Και τα ζώα και τις γυναίκες. Κι αφού δεν είχε βρει ακόμη την πολυπόθητη γυναίκα είχε συγκεντρώσει όλη του λατρεία σ’ ένα κοπρόσκυλο που περιμάζεψε από τους δρόμους, που το έπλυνε, το χόρτασε και το βάφτισε με το όνομα του ανακαλύψαντος τον Νέον Κόσμον, ίσως γιά να του θυμίζει τις περιπέτειές του.

-Κολόμπο μου, φώναζε και τα χείλη του στάζανε μέλι.
Κολόμπο....Κολόμπο και αν τον έχανε γύριζε σαν τρελός στα στενοκάντουνα γιά να τον εύρει.
-Κολόμπο μου θα γιατρευτείς, τον βεβαίωνε φιλώντας τον στην κρύα και βρωμερή μούρη του, σαν αρρώσταινε.
Και στον Κολόμπο έφερνε μπόλικα σκωτοπλέμονα, ενώ στους φτωχούς συνανθρώπους του, που του ζητούσανε βοήθεια, τους φώναζε.
-Όξου!! Όξου!! Χαθείτε διαλεμπαμέσα σας. Χαθείτε από μπροστά μου.
Ήταν μ’ άλλα λόγια ευαίσθητος στην ψυχή και δυστυχώς η ευαισθησία του τον έφερε πρόωρα στην Πύλη του Αγίου Πέτρου, βοήθειά μας.
Μπουκάρησε με τους σεισμούς του Αυγούστου (1953) που σάρωσαν ανελέητα το νησί του, μέσα στο σπίτι του, γιά να σώσει τον αγαπημένο του Κολόμπο και ο μεν Κολόμπο σώθηκε πηδώντας μέσα από τα συντρίμια, ο δε αλησμόνητος φίλος μας Γεράσιμος διάβηκε βιαστικά τον Αχέροντα, αφήνοντας τα καλά του στους αχώνευτους συγγενείς του, λες σαν εκδίκηση, χωρίς διαθήκη κι οι άμοιροι ακόμη παλεύουν στα Δικαστήρια για το μοίρασμά της.



-Τι ζητάς μπροστά μου βρε κάθαρμα, τον υποδέχτηκε ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας.
-Σε προσκυνώ Άγιε Πέτρο μου. Σε προσκυνώ...Να...Ήθελα...
-Τι ήθελες βρε τέρας και εμφανίστηκες ενώπιό μου;
-Τίποτσι Άγιε Πέτρο μου!..Τίποτσι. Μόνο νάβλεπα, έτσι από περιέργεια το ξακουστό περιβόλι σου...
-Σύραινε απαίσιε στο πυρ το εξώτερον. Δεν το ξέρεις ότι εδώ δεν έχει θέση κανένας Κεφαλλονίτης;

Και προτού προλάβει ο Γεράσιμος να του απαντήσει, ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας, του έκλεισε με βρόντο την θείαν του Παραδείσου του πόρτα.
Αλλά σαν Κεφαλλονίτης είχε θηλυκό μυαλό κι ο Γεράσιμος. Σιμώνει λοιπόν το χέρι του στο άγιο χτυπητήρι και....
-Πάλι εσύ είσαι βρε αλητούργητε;
-Μια μονάχα χάρη ήθελα Άγιε Πέτρο μου προτού φύγω για κει που με στέλνεις.
-Ας την ακούσουμε
του λέει με συγκατάβαση, σαν Άγιος που είναι, ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας.
-Να με δανείσεις μερικά εργαλεία.
-Και τι είδους εργαλεία βρε αθεόφοβε ζητάς εδώ πάνω;
-Να! Σα να πούμε Άγιε Πέτρο μου, αν είχες τη θεία καλωσύνη να μου έδινες μια τσάπα, έναν κασμά, ένα μυστρί, ένα σκερπάνι κι ένα πριόνι..
Και ο Άγιος Πέτρος άρχισε να γελά με τον κουρλοκεφαλονίτη.
-Και τι θα φτιάσεις μ’ αυτά βρε αντίχριστε; Τον ρωτά περίεργα και καγχάζοντας.
-Να!! Έλεγα μήπως σου έχει πέσει πολλή δουλιά Άγιε Πέτρο μου...Και γιά να σε βοηθήσω, συνέχισε, λέω να φτιάξω αντίκρυ έναν παράδεισο, όχι βέβαια μεγάλο σαν τον δικό σου...
Και ο Άγιος Πέτρος, βοήθειά μας, αφού στάθηκε γιά κάμποση ώρα αμίλητος και σκεφτικός του ψυθίρισε με χαμόγελο.
-Από σένα όλα να τα περιμένω! Έμπα καλύτερα εδώ μέσα π΄ανάθεμά σε.
.
Ντένης Κονταρίνης

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Ματιές στην ιστορία των Εφτανήσων

Είναι γεγονός ότι η ιστορία των Ιονίων νήσων παρουσιάζει ένα τεράστιο ενδιαφέρον.
Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς αφού η κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης που κατά καιρούς τα είχαν κατακτήσει καταλαμβάνει ένα διάστημα πάνω από 700 χρόνια.
Αξίζει λοιπόν κάπου -κάπου να ρίχνουμε μια ματιά σ’ αυτή την ιστορία.
Μετά την πτώση του Βυζαντίου το βλέμμα των ισχυρών της γης στράφηκε προς τα Εφτάνησα, όπου εκεί πλέον θα συγκεντρωνόταν το στρατιωτικό και πολιτικό τους ενδιαφέρον. Έτσι, μετά το Βυζάντιο τα Εφτάνησα θα αρχίσουν για περίπου εφτακόσια χρόνια να περιέρχονται σταδιακά στην κυριότητα Ενετών, Άγγλων, Γάλλων και Ρώσσων.
.

Από το 1500 και μετά κάτω από την εξουσία των Ενετών ο λαός των Εφτανήσων θα στερηθεί τα πάντα με κυριότερο την στέρηση της γλώσσας τους. Γίνεται μιά προσπάθεια να τους εκλατινίσουν επιβάλοντας την ιταλική γλώσσα. Εφαρμόζουν ξένη νομοθεσία και προσπαθούν να εισάγουν νέα ήθη και έθιμα κι΄ακόμη γίνεται μιά προσπάθεια υποβάθμησης της Ορθοδοξίας.
Η εκκλησία θα αναλάβει το ρόλο του διαιτητή και είναι πολλά αυτά που θα προσφέρει ο αγώνας της, σε όλα τα νησιά και τους κατοίκους των.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες που εδημιουργούσαν οι κατακτήσεις των νησιών από όλες τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις, ξεκίνησε η πολιτική σταδιοδρομία του Κερκυραίου γιατρού Ιωάννη Καποδίστρια, που αργότερα θα γίνει ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. Κι ήταν αυτός που με τις διπλωματικές του ικανότητες αλλά και με την συμπαράσταση της Ρωσίας θα πετύχει με την έναρξη της Αγγλικής κυριαρχίας στα νησιά το 1809 τον σχηματισμό των Ηνωμένων Πολιτειών των Επτά Νήσων όμως κάτω από την «προστασία» της Αγγλίας. Η αγγλική «προστασία» όμως κάθε άλλο παρά προστασία ήταν. Και με αιτία αυτή την προστασία θα ξεκινήσει στα νησιά το Ριζοσπαστικό Κίνημα Με ηγέτη του τον Ηλία Ζερβό-Ιακωβάτο και πρωτοπόρο τον Γεράσιμο Λιβαδά το κόμμα αυτό, με τις εξεγέρσεις του θα προσφέρει πάρα πολλά στον αγώνα των νησιών για την Ένωση με την Ελλάδα.
Ξεχωριστής σημασίας θα πρέπει να χαρακτηριστούν οι εξεγέρσεις της Σκάλας της Κεφαλονιάς τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 1848.
Τον Νοέμβριο του 1850 οι Εφτανήσιοι θα προτείνουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων το πρώτο ψήφισμα σχετικά με την Ένωση. Όμως πριν προλάβουν να το διαβάσουν ο Αρμοστής Σήτον με διάταγμα του θα απαγορεύσει τη λειτουργία της Βουλής για δύο χρόνια. Κι΄ακόμη περισσότερο οι Άγγλοι «προστάτες», σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» της Κεφαλονιάς, «...δεσμεύουν τα υπάρχοντα των πολιτών, μαστιγώνουν ιερείς και πολίτες...» Παράλληλα ακολουθούν διωγμοί και εξορίες πολλών Ριζοσπαστών με πρώτους τον Ζερβό-Ιακωβάτο, Μομφεράτο και άλλους.

.

Με την απομάκρυνσή τους το κέντρο δύναμης μεταφέρεται από την Κεφαλονιά στην Ζάκυνθο. Εκεί θα μεσουρανήσει το άστρο του Ριζοσπάστη Λομβέρδου.
Εν τω μεταξύ η Ελλάδα μετά από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου έχει αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Έχει αποκτήσει τον πρώτο της βασιλιά, τον Όθωνα ο οποίος δεν θα συμφωνήσει με τις πολιτικές γραμμές των Ριζοσπαστών.
Κάποια στιγμή ο Όθωνας θα πάψει να είναι αρεστός στις Μεγάλες Δυνάμεις οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να ψάχνουν για τον αντικαταστάτη του. Και θα τον βρουν στο πρόσωπο του Δανού πρίγκηπα Χριστιανού-Γουλιέλμου ο οποίος θα καθίσει στο θρόνο της Ελλάδας με το όνομα Γεώργιος ο Α! Το καλοκαίρι του 1863 ο Δανός πρίγκηπας θα αναγορευτεί βασιλιάς των Ελλήνων και ένα χρόνο αργότερα, το 1864 θα του δωρίσουν την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.Ήταν μια γεύση από την πολυκύμαντη ιστορία των Εφτανήσων. Πιστεύω πως θα καταφέρω να ακολουθήσουν και άλλες γεύσεις.

Ντένης Κονταρίνης