Μπορείτε.....

....εκτός από τα Εφτάνησα να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου http://hellascafe.blogspot.com και να με βρήτε στο kondennis9@gmail.com
Θα χαρώ να σας δω.

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Οργισμένα νιάτα

Είναι γεγονός ότι ο ξεσηκωμός των νέων παιδιών στην Ελλάδα, έχει πάρει κάποιες πρωτόγνωρες διαστάσεις δίνοντας σε πάρα πολλούς επώνυμους το δικαίωμα να διατυπώσουν μιά γνώμη. Ένας από αυτούς είναι ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, κ.κ. Αναστάσιος. Πρόκειται γιά έναν ιερωμένο με ήθος, εντιμότητα και σοφία. Έχει σκύψει πάρα πολλές φορές με μεγάλο ενδιαφέρον πάνω στα ανθρώπινα προβλήματα.
Σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη"Καθημερινή", πρίν λίγο καιρό, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, αναφέρθηκε διεξοδικά στο πρόβλημα των νέων και κάποια στιγμή ρωτήθηκε από την εφημερίδα.
-Ποιά συμβουλή θα δίνατε σ΄ένα θυμωμένο 15χρονο;
Και η απάντησή του.
-Κατ΄αρχάς θα του έλεγα ότι έχει δίκιο που θυμώνει με όσα απαράδεκτα διαπιστώνει καθώς μεγαλώνει. Με την ασυνέπεια λόγων και έργων των μεγάλων. Με την αδικία της κοινωνίας. Με την χλιδή των ολίγων και την ανέχεια των πολλών. Με την υποκρισία και ανευθυνότητα των λεγομένων αρμοδίων στους διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αλλά μετά την οργή, πρέπει νηφάλια να καθίσει να σκεφτεί ποιό είναι το δικό του χρέος. Τώρα που βρίσκεται στην εφηβική ηλικία, να μην εκχωρεί την προσωπική του βούληση και ελευθερία σε συνθήματα άλλων που μπορεί να κινούνται από ιδιοτελείς επιδιώξεις. Να μην γίνει άχρωμο στοιχείο μιάς μάζας, αλλά να μείνει υπεύθυνο κύτταρο της κοινωνίας. Κι΄όταν μεγαλώσει να μην μιμηθεί αυτές τις συμπεριφορές που σήμερα κατακρίνει. Να μην συμβιβαστεί με την κρατούσα νοοτροπία της ανεντιμότητας, της πλεονεξίας, της σκληροκαρδίας, της ασυνέπειας και του εγωκεντρισμού. Να συνεχίσει υπεύθυνα την αναζήτηση.
Εξ΄άλλου στην ημερήσια ΑΛΗΘΕΙΑ της Χίου, ο εκπαιδευτικός Ζαχ. Μπεκριδάκης σε άρθρο του αναφορικά με το ξεσήκωμα των νέων δίνει στον αγώνα τους τον χαρακτηρισμό της θλιμένης οργής δικαιολογώντας ότι οι νέοι είναι οργισμένοι.....
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε μιά ελπίδα και ένα μέλλον.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε ένα ηθικό πλάισιο αξιών.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε τον ιδρώτα της δημιουργίας.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε μιά κοινωνία απλή κι΄ένα χαμόγελο.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε έναν κόσμο χωρίς κάθε μορφή βίας.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε ένα μέτρο και λίγη ποιότητα.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε ένα όραμα.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε φαντασία.
-Γιατί δεν τους χαρίσαμε ένα χάδι, αισθήματα και παιγνίδι.
Ας σκύψουμε πάνω στη θλίψη των νέων μας κι΄ας δεχτούμε ότι αυτή τη φορά δεν έχουμε εμείς τον πρωτο ρόλο.
Να τελειώσω με μιά δική μου σημείωση. Έχουμε εγκαταλείψει τα παιδιά μας. Στο όνομα του καταναλωτισμού έχουμε θυσιάσει την οικογένεια. Αδιαφορούμε εγκληματικα΄γι΄αυτούς που αύριο θα συνεχίσουν μετά από εμάς. Κι΄αυτά που θα θελήσουν να φτιάξουν θα έχουν ένα μεγάλο μέρος της δικής μας ευθύνης.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Γράμμα από τη Νυρεμβέργη.

Επιστολή στον Ντένη,

Από τον αδελφικό μου φίλο Σπύρο Γκάρο, δημοσιογράφο, από τη Νυρεμβέργη πήρα αυτό το γράμμα με την παράκληση να δημοσιευτεί εδώ, στο blog των Εφτανήσων.
Παρακαλώ διαβάστε το, και καταθέστε τη γνώμη σας.

Αδελφέ Ντένη, Καλημέρα!

(Μια καλημέρα είναι αυτή πες την κι ας πέσει χάμω...) Από ένα ελληνικό τραγούδι.
Διαβάζοντας την ,, Κραυγή αγωνία,, φέρνω στα μάτια μου την εικόνα των παιδιών από τις
Ελληνικές οικογένειες στη Γερμανία. Εδώ η εγκατάλειψη είναι πλήρης, όταν και οι δύο γονείς εργάζονται στη γερμανική φάμπρικα βάρδια, πρωί και βράδυ δεν έχουν παρά λίγο χρόνο για τα παιδιά τους. Πολλοί φέρνουν τη γιαγιά από το χωριό να τα προσέχει, τι θα προσφέρει η γιαγιά στο παιδί το οποίο μεγαλώνει σε μία εξελιγμένη θετικά και αρνητικά μοντέρνα κοινωνία... Καλύπτουν το κενό των γονιών στα παιδιά τους με το να παραφουσκώνουν με ηλεκτρόνικά παιχνίδια, βίντεο και τηλεόραση χωρίς έλεγχο τι βλέπουν, αν είναι κατάλληλα ή όχι. Περισσότερο η Κουλτούρα της βίας, το αποτέλεσμα της έλλειψης των γονιών είναι τα παιδιά αυτά και βέβαια στη κρίσιμη ηλικία να βρίσκουν τις παρέες τους στα Ντίσκο και βέβαια να καταφεύγουν σε ναρκωτικές ουσίες... Τα παιδιά αυτά της Σπάρτης που έγραψα το γράμμα ,, Κραυγή αγωνίας,, είναι του Γυμνασίου... είναι χορτασμένα, έχουν οικογένεια αλλά χωρίς γονείς... γιατί τους γονείς πολλές φορές τους απορροφά η ,,μαύρη τρύπα,, της υπερκατανάλωσης, της απληστίας, του ανταγωνισμού. Η πλύση του εγκεφάλου από την τηλεόραση και τα υπόλοιπα ΜΜΕ έχουν διαλύσει την οικογένεια, έχουν βιομηχανοποιήσει τα ανθρώπινα συναισθήματα... Η αξία του ανθρώπου βαθμολογείται από το τι κατέχει...
Έχει δυο τρεις τηλεοράσεις; έχει μεγάλο αυτοκίνητο να το σκουπίζει και να το γυαλίζει; Έχει και κανένα εξοχικό σπιτάκι για να δέχεται του καλεσμένους; Όλα μία επίδειξη, και όταν πρόκειται για τον καταναλωτισμό η οικογένεια, και τα παιδιά μπαίνουν στη δεύτερη θέση...
Πολλές φορές τα παιδιά θεωρούνται εμπόδιο... κοστίζουν...
Και τώρα πηγαίνω σ’ αυτό που έγραψες, αδελφέ Ντένη, ...ίσως και κάπου αλλού να υπάρχει αυτή η αγωνία...
Δεν νομίζω ότι εμάς πού ασχολούμαστε για μία καλύτερη κοινωνία, και μία δίκαιη κατανομή του χρήματος, να μη γνωρίζουμε τι συμβαίνει στη γειτονιά μας και λίγο παραπέρα... Στους έξη μήνες που έμεινα στην Πατρίδα διαπίστωσα πολλά πράγματα που έχουν χειροτερέψει από τα προηγούμενα χρόνια. Οι ζητιάνοι στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και την Πάτρα, έχουν πολλαπλασιαστεί... Μικρά παιδιά που θα έπρεπε κανονικά να παίζουν σε μια παιδική χαρά, όπως τα άλλα των ευπόρων... γυρίζουν στα καφενεία και στις ταβέρνες απλώνοντας το χέρι ή με ένα πακετάκι χαρτομάντιλα ή ένα μολύβι, με κατεβασμένα τα μάτια, ίσως από ντροπή, να ζητιανεύουν... Προσφυγόπουλα να κοιμούνται στο κρύο και σκληρό τσιμέντο του καταυλισμού προσφύγων στο Λαύριο, να κλαίνε γιατί τους λείπει η αγάπη των ανθρώπων, γιατί κλεισμένα με ένα συρματόπλεγμα δεν μπορούν να παίξουν όπως τα άλλα παιδιά, και πολλά γιατί τους λείπει ο πατέρας ή η μητέρα... όχι επειδή λείπουν στη δουλειά, αλλά επειδή είναι στη φυλακή ή τους έχασαν στον πόλεμο... στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Παλαιστίνη ή στο Κογκό κι αλλού...


Σήμερα αδελφέ Ντένη, στη γειτονική σου τη Βραζιλία, να μην πάμε μακριά στις 122 υποανάπτυκτες χώρες του κόσμου, οι φτωχοί του Sao Paulo που στεγάζονται κάτω από τις λαμαρίνες, ανάμεσα στα απορριμμάτων που βρωμάνε σαπίλα και κόπρανα, εκεί τα παιδιά ψάχνουν να βρούνε το φαγητό του από τα σκουπίδια πού πετάνε οι αριστοκράτες... Εκεί κυριαρχεί η ασθένεια Kwashiorkor, μία άσχημη αρρώστια για τα παιδιά στην ανάπτυξή τους. Παιδιά με πρησμένες κοιλιές, ραχιτικά χωρίς δόντια, αναιμικά αδύναμα, χωρίς ενέργεια απαθή, μεγαλώνουν σε μία ατμόσφαιρα που μολυσματική. Εκεί οι αρουραίοι δαγκώνουν από τα βρέφη τα πρόσωπά τους, πολλά από αυτά δεν φτάνουν να επιζήσουν το 5ο έτος της ηλικίας τους... Ιδού τη αναφέρει ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων ετών από μία τενεκεδούπολη έξω από το Sao Paolo: ...Η πείνα έρχεται έξω από το σώμα.
.

Η πείνα είναι ένας τρομοκράτης, είναι ένα τέρας που με αρπάζει, δεν μπορώ να αντισταθώ... δεν έχω τη δύναμη. Αισθάνομαι υπεύθυνη για τη μοίρα μοίρα μου. Ντρέπομαι για τα κουρέλια που φοράω, ντρέπομαι για τα δάκρυα των μικρών μου αδελφών. Δε μπορώ να τα βοηθήσω, το σώμα μου είναι αδύναμο, δεν είμαι ικανή για τίποτε. Περιμένω να ξανάρθει το βράδυ να κατέβω στο κέντρο της πόλης να ψάξω στα δοχεία των απορριμμάτων και σ’ αυτά, που τα πολυτελή ξενοδοχεία, πετάνε τ’ αποφάγια... ίσως εκεί να βρω κάτι το φαγώσιμο, να το πάρω μαζί μου να δώσω λίγο και στα μικρά μου τ’ αδέλφια με τις πρησμένες κοιλιές να φάνε. Τον πατέρα μας τον χάσαμε και η μητέρα είναι κι αυτή άρρωστη δεν μπορεί να κινηθεί... Πρέπει να ξεπεράσω τη ντροπή γυρεύοντας στα σκουπίδια φαγητό... η κλεψιά μου έχουν πει, είναι κακό...Στη ζωή μου φοβάμαι, δύο πράγματα ότι με κυνηγούν, η αστυνομία και ή πείνα... προσπαθώ και από τα δύο να ξεφύγω... Αλλά η πείνα είναι ένα πόνος... ένα πόνος που με τραυματίζει... που με βασανίζει, πονάει το όλο μου το σώμα...
Εκεί αδελφέ Ντένη, ο πατεράδες δεν έχουν να αναθρέψουν την οικογένειά τους και οι μητέρες κλαίνε μπροστά στα πεινασμένα τους παιδιά. Εκεί η πείνα είναι ντροπή...
Αυτή είναι ,,κραυγή αγωνίας,, χιλιάδων, εκατομμυρίων παιδιών. Μία εποχή της προόδου της τεχνολογίας, του πλούτου και της πολυτέλειας... Μία εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν αστρονομικά ποσά για εξοπλισμούς και πολέμους... αλλά έναντια στην πείνα, δεν διαθέτουν το ελάχιστο... Το άκρον άωτο της παραφροσύνης... ενός κόσμου της αδιαφορίας και της καταστροφής...

Σε φιλώ
Σπύρος

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Aργοστολιώτες και Ληξουριώτες.

Η Κεφαλονιά είναι ένα νησί του εφτανισιώτικου συμπλέγματος που κατοικείται από τους πλέον ιδιόρυθμους ανθρώπους. Οξύθυμοι και καλωσυνάτοι. Φωνακλάδες αλλά και ήρεμοι στις μεταξύ τους συζητήσεις. Ευγενικοί, όταν χρειάζεται αλλά και βλάστημοι. ο Αντρέας Λασκαράτος είχε πει κάποτε. Όταν ειπείς βλάστημος, λές Κεφαλονίτης.
Ακόμη κατοικείται και από άνθρωπους, που όπως όλοι μας τους χωρίζουν και κάποιες έχθρες. Έχθρες μεγάλες και μικρές. Μιά απ΄αυτές τις έχθρες είναι και η έχθρα που έχουν αναμεταξύ τους οι Αργοστολιώτες με τους Ληξουριώτες. Άγνωστοι οι λόγοι, άγνωστες και οι αιτίες κι΄ακόμη πιό πολύ άγνωστο πότε άρχισε τούτη η έχθρα.
Οι Ληξουριώτες παινεύονται πως ο Θεός πρώτα από όλα έφτιαξε το δικό τους μέρος. Το Ληξούρι. Αυτό βέβαια τους το άφησε παρακαταθήκη ο μεγάλος Ληξουριώτης ποιητής Αντρέας Λασκαράτος ο οποίος στο υπέροχο σατυρικό ποιήμα του Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα, λέει.
Όντις έπλασε ο Θιός την Οικουμένη
το Ληξούρι και τόσους άλλους τόπους,

Το Ληξούρι λοιπόν έπλασε πρώτα ο Θεός κι΄αυτό οι Αργοστολιώτες δεν το συχωράνε ούτε του Θεού ούτε του Λασκαράτου. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να έκαμε αυτή τη μεγάλη αδικία και να έφτιαξε πρώτα το Ληξούρι; Καρφί όμως δεν καίγεται στους Ληξουριώτες, που τόχουν κόμπο δεμένο, σφιχτό, πως αυτοί είναι οι ξεχωριστοί του Θεού, άσχετο βέβαια αν τον ξετινάζουν στη βλαστήμια.
Έτσι λοιπόν κάποια φορά αποφάσισαν και έφτιαξαν και ένα άγαλμα στον μεγάλο τους ποιητή
και το έστησαν με το πρόσωπό του να κοιτάζει κατά μεριά Αργοστόλι, έτσι σαν γιά να τους θυμίζει πως αυτός είπε ότι πρώτα έγινε το Ληξούρι.
Κι΄έμεινε εκεί ο δυστυχής ο Λασκαράτος να κοιτάζει το Αργοστόλι. Κι΄οι Αργοστολιώτες μάλλον έδειχναν να μην ενοχλούνται γι΄αυτό.
Ώσπου κάποιο απόγιομα που μιά συντροφιά από Ληξουριώτες τα έπιναν σε κάποιο ταβερνάκι, ο Μεμάς πέταξε την ιδέα.
-Ωρέ σεις! Να τον γυρίσουμε.
Τον κοίταξε με απορία όλη η παρέα χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί τους μιλάει.
-Σας λέω να τον γυρίσουμε, επανέλαβε ο Μεμάς.
-Ποιόν να γυρίσουμε ορέ θεόζουρλε; τον ρώτησαν.
-Τον σιόρ-Λασκαράτο, τους είπε σοβαρά-σοβαρά ο Μεμάς.
-Και γιατί να τον γυρίσουμε ωρέ Μεμά;
-Γιατί είναι ντροπή να τον έχουμε τον άνθρωπο τόσους χρόνους να τσου κοιτάζει τσου κουρλούς στου Αργοστολιώτες.
Δεν θέλανε και πολύ οι Ληξουριώτες και το αποφάσισαν.
Έτσι κάποια μέρα μαζεύτηκε όλο το Ληξούρι, φέρανε και κάποιους ειδικούς, και σιγά-σιγά ο σιόρ-Λασκαράτος γύρισε τις πλάτες του στους Αργοστολιώτες. Λένε μάλιστα πως από κείνη τη μέρα στα χείλια του σκυθρωπού προσώπου του ζωγραφίστηκε και κάποιο χαμόγελο.
Το πιστεύετε;
-

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Κραυγή αγωνίας.

Επιτρέψτε μου γιά σήμερα να ξεφύγουμε λίγο από τα καθιερωμένα γύρω από τις όμορφες αναμνήσεις της παιδικής μας ζωής και να σταθούμε γιά λίγο μπροστά στην κραυγή αγωνίας που αφήνουν τα νέα παιδιά της πατρίδας μας αλλά ίσως και σε κάποιες άλλες γωνιές του κόσμου. Μιά κραυγή που θα πρέπει να μας αγγίζει όλους. Μιά κραυγή, που ίσως να αφήνουν και τα δικά μας παιδιά, και τα δικά μας εγγόνια.
Στο περιοδικό "Δρόμοι της Ειρήνης" δημοσιεύτηκε ένα μήνυμα των μαθητών του 1ου Λυκείου της Σπάρτης με αποδέκτες τους γονείς, την Πολιτεία, αλλά και όλους τους ανθρώπους που πιθανόν να διαθέτουν μιά ευαισθησία. Αξίζει να το προσέξετε.
"Καλέ μου Πατέρα, γλυκιά μου μάνα, έλα μαζύ μου. Μην στέκεσαι απέναντί μου. Η σιωπή μου έγινε κραυγή και θέλω να μάθω. Απάντησέ μου. Σε ρωτώ. Ποίοι είναι αυτοί που αποφασίζουν γιά μένα χωρίς εμένα; Ποίοι είναι αυτοί που μου στερούν το γέλιο, τη χαρά, τους φίλους μου; Ποίοι είναι αυτοί που μαραίνουν την παιδικότητά μου, την εφηβεία μου, τα νιάτα μου; Ποίοι είναι αυτοί που υψώνουν τείχη στο μέλλον μου και γκρεμίζουν τα όνειρά μου; Ποίοι είναι αυτοί που σε "διώχνουν" από το σπίτι μας και η καρέκλα σου είναι άδεια στο μεσημεριανό τραπέζι, εξαναγκάζοντάς σε να δουλέυεις διπλοβάρδια. Ποίοι είναι αυτοί που στέρησαν από τα χείλη σου την καλή κουβέντα, από την ψυχή σου την τρυφερότητα, από την αγκαλιά σου την θαλπωρή, από τα χέρια σου το χάδι; Ποίοι είναι αυτοί που γεμίζουν την ψυχή μου με κακία, μίσος, ανταγωνισμό γιά τον συμμαθητή μου, γιατί είναι "άριστος μαθητής" και δεν του μοιάζω;...."
Το μήνυμα των μαθητών καταλήγει.
"....Γιά όλα αυτά και ακόμα τόσα Μάνα μου, Πατέρα μου, Σε παρακαλώ, σε καλώ και σε προσκαλώ, Έλα μαζί μου., γίνε βοηθός μου, σύμμαχός μου, συμπορευτής μου...Δεν φταις εσύ, ούτε κί εγώ. Φταίνε "αυτοί," "εκείνοι," "οι άλλοι," τους ξέρεις και τους ξέρω. Εγώ κι΄Εσύ όμως, Εσύ κι΄Εγώ, ΕΜΕΙΣ πρέπει να είμαστε μαζύ. Αγαπημένοι μου γονείς. Δεν είμαστε εχθροί..."

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Μουσικό απόγιομα στην Κέρκυρα.


Γιά την Ελλάδα η μουσική έχει γεννηθεί στην Κέρκυρα. Είναι ίσως το μόνο νησί , από τα υπόλοιπα του εφτανησιακού συγκροτήματος, που δέχτηκε γιά περισσότερα χρόνια την κατοχή των Ενετών και η πολιτιστική και καλλιτεχνική επίδραση ήταν καθοριστική.
Κείνη την εποχή που η Μοίρα, μου χάρισε την ευκαιρία να ζήσω γιά δεκαπέντε χρόνια στο νησί των Φαιάκων, δεν υπήρχε Κερκυραίος, που να μην είχε κάποια σχέση με την μουσική. Όλα τα παιδιά από την ηλικία των οκτώ ετών και πάνω θα έπρεπε να πάρουν μαθήματα μουσικής, να μάθουν κάποιο όργανο.
Από τούτον τον κανόνα δεν κατάφερα να ξεφύγω κι εγώ, όπου γιά κάποια χρόνια έπαιρνα μαθήματα βιολιού. Βέβαια Παγκανίνι δεν έγινα αλλά πολλές φορές δημόσια γρατσούνιζα τις χορδές προκαλώντας κάποιες ανατριχίλες. Γι΄αυτό και κάποια στιγμή το βιολί μπήκε σε κάποιο μπαούλο και από τότε αγνοείται η τύχη του.
Αυτή λοιπόν ήταν η μουσική κατάσταση στην Κέρκυρα κείνης της εποχής όταν κάποια μέρα ανακοινώθηκε ότι μιά νεαρή τραγουδίστρια, Κερκυραία, θα έκανε την εμφάνησή της στο καφενείο του Παπαφλωράτου, που βρισκόταν - και βρίσκεται ακόμη και σήμερα - στον ιστορικό δρόμο των Λιστών. Κομματάκι δύσκολο γιά μιά περιορισμένη κοινωνία κείνης της εποχής να βγει μιά κοπέλλα στο παλκοσένικο. Η Κέρκυρα όμως από μουσική παράδοση κάτι τέτοια τα ξεπερνούσε. Ήταν κάποια καλοκαιριάτικη Kυριακή του 1937-38 δεν θυμάμαι ακριβώς, που προγραμματίστηκε να γίνει αυτή η μεγάλη γιά την Κέρκυρα γιορτή. Μεγάλο το γεγονός, αφού τότε σε όλο το νησί, δεν είχαμε τίποτε άλλο από ένα κινηματογράφο και τα κονσέρτα που έδιναν οι δυό φιλαρμονικές τα καλοκαιρινά βράδυα στην εξέδρα της Απάνω Πλατείας.
Από νωρίς την Κυριακή λοιπόν η κίνηση ήταν μεγάλη στον χώρο που βρισκόταν το καφενείο του Παπαφλωράτου. Ο τόπος καθαρίστηκε, τραπέζια και καρέκλες απλώθηκαν, στήθηκε κι΄ένα μικρό παλκοσένικο στην άκρη της πλατείας Σπιανάδα
Μέσα στην πλατεία, όσοι ήθελαν να αποφύγουν τα έξοδα του καφενείου έφεραν τις δικές τους καρέκλες και τα σκαμνάκια τους και γέμισε ο χώρος από ένα πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος.
Εμείς οι πιτσιρικάδες, ένα κοπάδι αμέτρητο, πιάσαμε προεδρικές θέσεις γύρω από το παλκοσένικο. Λόγω .....καλού χαρακτήρος όμως δεν μας άφησαν γιά πολύ εκεί. Όμως εμείς με κάποια τεχνάσματα καταφέρναμε πάντοτε να είμαστε όσο γίνεται πιό κοντά.
Όλοι περίμεναν με αγωνία. Και ήρθε η στιγμή. Πρώτα βγήκε η ορχήστρα, έπαιξε κάποια τραγούδια και μετά ανακοινώθηκε η εμφάνηση της τραγουδίστριας.
Η κοπέλλα που βγήκε ήταν μιά πολύ όμορφη δεσποινιδούλα. Ντυμένη απλά έμοιαζε να ζει την αγωνία της πρώτης εμφάνησης. Δεν φαινόταν πάρα πάνω από δεκάξη με δεκαεφτά χρόνων. Κάπως δειλή σαν γιά πρώτη φορά, υποκλήθηκε και άρχησε ένα ωραίο νοσταλγικό τραγούδι. Η φωνή της ήταν υπέροχη. Επιβλητική. Γεμάτη μελωδία. Σαν τέλειωσε το τραγούδι όλη η πλατεία, οι άνθρωποι που κάθονταν στα τραπεζάκια του καφενείου, ακόμη κι΄εμείς οι πιτσιρικάδες ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα και φωνές.
Είπε κι΄άλλα τραγούδια η κοπέλλα. Και κάποια στιγμή όλοι εμείς τραγουδούσαμε μαζύ της και την χειροκροτούσαμε. Ήταν ένας θρίαμβος γι΄αυτήν. Μιά αποθέωση από ένα κοινό, που από παράδοση ήξερε να εκτιμάει το καλό τραγούδι. Ρένα Βλαχοπούλου την λέγαν κείνη την κοπέλλα.
Πέρασαν τα χρόνια. Νεαρός βρέθηκα στο χώρο του ελληνικού κινηματογράφου με την ειδικότητα του βοηθού σκηνοθέτη. Σε κάποια από τις ταινίες που γυρίζαμε βρήκα πρωταγωνίστρια τη Ρένα. Σ΄ένα διάλλειμα του γυρίσματος της θύμησα κείνο το καλοκαιρινό απόγιομα στην Κέρκυρα. Ξαφνιάστηκε. Μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε στα μάτια.
-Ήσουν εκέι; με ρώτησε.
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Έμεινε σιωπηλή με τα μάτια χαμηλωμένα και τη σκέψη της χαμένη σε κείνη την πρώτη της εμφάνηση.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Το ροϊ του λαδιού.

Ένα μικρό διάλειμα με μιά όμορφη και αστεία κεφαλονίτικη φάρσα.
Όπως είναι γνωστό ο Κεφαλονίτης από τη στιγμή που θα γεννηθεί έχει μέσα του το μικρόβιο της φάρσας. Κι΄είναι αυτή η φάρσα που τον συνοδεύει σ΄όλη του ζωή, την χρησιμοποιεί σχεδόν κάθε μέρα, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν, την απολαμβάνει αλλά και δεν παρεξηγιέται ποτέ γιά τις φάρσες του.
Ο παπα-Αναγνώστης Βελάρδος, πολύτεκνος και πάμφτωχος ρασοφόρος ήτανε εφημέριος στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Αργοστόλι.
Ήτανε η μέρα της γιορτής του Αγίου, η εκκλησιά πανηγύριζε και χοροστατούσε ο φιλόσοφος και πνευματώσης Δεσπότης της Κεφαλονιάς, ο αείμνηστος Γεράσιμος Δόριζας.
Ανάμεσα στους παπάδες που πλαισίωναν τον Δεσπότη ήταν κι΄ένας καινούργιος από το Ληξούρι, πρώην φούρναρης.
Την ώρα που οι παπάδες εξέρχονται από το ιερό κρατώντας ο ένας το άγιο Δισκοπότηρο, ο άλλος την αγία Λόγχη, άλλος τον Σταυρό και τα λοιπά της θρησκείας μας άγια Σύμβολα, ο φρεσκοφτιαγμένος Ληξουριώτης παπάς τάχε χαμένα όπως το ψάρι που έχασε τα νερά του.
Τον είδε ο παπα-Αναγνώστης ο Βελάρδος και του πάσαρε στα χέρια το ροϊ του λαδιού. Δηλαδή το ψιλόλιγνο τενεκεδένιο δοχείο που έχει κι΄έναν λαιμό σα βέργα και χρησιμοποιείται γιά να ρίχνουν σιγά-σιγά το λάδι στα καντήλια.
Μπορείται να φανταστείτε τι εποκολούθησε όταν το πυκνό εκκλησίασμα που ήταν στο πανηγύρι είδε τον καινούργιο Ληξουρώτη παπά με το ροϊ στο χέρι.
Ακόμη κι΄ο Δεσπότης, ο Δόριζας έκαμε ένα τέταρτο της ώρας να συνέλθει από τα γέλια.
Από το βιβλιο του Χρήστου Βουνά Δύο Ώρες με χορτάτα κεφαλονίτικα ανέκδοτα.

Ο Άγιος της Κέρκυρας

Εκείνα τα χρόνια, αλλά και σήμερα ακόμη ό προστάτης Άγιος της Κέρκυρας, ο Άγιος Σπυρίδωνας, ήταν ό,τι πιό ιερό, ό,τι πιό σημαντικό, ό,τι πιό υπέροχο μπορούσε να κλείσει μέσα στη ψυχή του ο κάθε Κερκυραίος.
Ήταν τόση η επιρροή του Αγίου πάνω στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του νησιού ώστε και μόνο ο απλός όρκος, μα τον Άγιο, δεν επέτρεπε καμμιά απολύτως αμφισβήτηση.
Θυμάμαι μαθητούδια σαν είμαστε, πρώτα θα περνούσαμε από τον Άγιο γιά ένα προσκύνημα γιά να πάμε καλά στα μαθήματα.
Η λατρεία των Κερκυραίων γιά τον Άγιο τους έπερνε διαστάσεις λαμπρής γιορτής στις διάφορες λιτανείες του Αγίου στην πόλη. Και γινόντουσαν αρκετές λιτανείες κάθε χρόνο.
Η μέρα της λιτανείας ήταν πραγματικά το πιό σημαντικό γεγονός γιά το νησί. Οι κάτοικοι όλου σχεδόν του νησιού θα έδιναν το παρόν τους στη χώρα γιά να ακολουθήσουν την περιφορά του ιερού σκηνώματος του Αγίου, να προσευχηθούν και να ζητήσουν από τον Άγιο κάποια χάρη. Χάρη μικρή ή μεγάλη, γιά την οποία ήσαν σίγουροι ότι ο Άγιος δεν θα τους χαλούσε το χατήρι. Γιατί όλοι τους ήσαν βέβαιοι ότι ο Άγιος τους αγαπούσε.
Από όλα τα χωριά έφταναν στη πόλη οι κάτοικοι με τις καλές φορεσιές τους. Οι περισσότερες από τις χωρικές ντυμένες με τις πολύχρωμες, τις πλουμιστές παραδοσιακές κερκυραϊκές στολές πρόσδιναν μιά φανταστική όψη στην γιορτή.
Η πομπή της περιφοράς ξεκινούσε από τον δρόμο που βρίσκεται η εκκλησιά, το γνωστό Καντούνι του Αγίου. Προπορεύοταν ο Τάσος, ένας από τους γραφικούς τύπους κείνης της εποχής, - οι παλιοί Κερκυραίοι θα τον θυμούνται ακόμη - με ένα τσουβάλι με δαφνόφυλα όπου τα σκόρπιζε στους δρόμους από όπου θα περνούσε η πομπή. Ακολουθούσαν οι δυό φιλαρμονικές του νησιού, η Μάντζαρος και η Παλιά. Ντυμένοι με φανταστικές στολές οι μουσικοί, με τα επίχρυσα κράνη τους με τα λοφία, γέμιζαν τα στενά δρομάκια του νησιού με τις μελωδίες τους. Σε δυό σειρές βάδιζαν ιερόπαιδες κρατώντας τα εξεπτέρυγα και τα άλλα ιερά σκεύη. Το σκήνωμα του Αγίου έφεραν στους ώμους τους ναύτες του πολεμικού ναυτικού, που υπηρετούσαν στο Λιμεναρχείο της Χώρας, ενώ ακολουθούσαν ο Δεσπότης και οι ιερείς όλου του νησιού. Η πομπή συνεχιζόταν με την εντυπωσιακή παρουσία των προσκόπων και συνεχιζόταν με τους μαθητές της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών, που εκείνα τα χρόνια λειτουργούσε μονίμως μέσα στο Παλιό Φρούριο. Πίσω ο κόσμος με τις γιορτινές του φορεσιές ακολουθούσε ευλαβικά.
Με το τέλος της λιτανείας ο κόσμος ξεχυνόταν στα καφενεία της Σπιανάδας, της όμορφης πλατείας που εκτίνεται σε δυό επίπεδα, γιά να απολαύσουν μιά τσιτσιμπύρα, το παραδοσιακό αναψυκτικό της Κέρκυρας.
Μετά το τέλος της λιτανείας και ενώ μέσα στην εκκλησία συνεχιζόταν η λειτουργία, οι δυό φιλαρμονικές γύριζαν στουν δρόμους της χώρας παίζοντας εμβατήρια και γιορταστική μουσική.
Το ξεφάντωμα συνεχιζόταν μέχρι τις βραδυνές ώρες με φαγοπότι στα σπίτια όπου συγκεντώνονταν συγγενείς και φίλοι, ενώ οι κάτοικοι των χωριών ξεκινούσαν τον δρόμο της επιστροφής με τα άλογα τα κάρα και τα γαϊδουράκια τους.
Τέλειωνε μιά όμορφη γιορταστική μέρα γιά το νησί.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Τα ξυλάκια και τα σπίρτα.

Μιά από τις πρώτες μου δυσκολίες σαν βρέθηκα στην Κέρκυρα, παιδάκι έξη χρόνων, ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν κείνη την εποχή οι Κερκυραίοι. Είχαν πάρα πολλές ξένες,
- ιταλικές ως επί το πλείστον λέξεις- άγνωστες σε μένα. Πέρασε πάρα πλύ καιρός ώς που να τις μάθω κι΄εγώ και να μπορώ να συννενοούμαι με κάποια ευκολία και άνεση μαζύ τους.
Μιά από αυτές τις λέξεις, τα ξυλάκια, ήταν η αφορμή γιά ένα χαριτωμένο επισόδειο που όμως έμελλε να χαραχτεί ανεξήτηλα στο μυαλό μου, να το θυμάμαι ακόμη και στα γηρατιά μου και να γελάω.
Μιά μέρα μιά γειτόνισσά μας, μου έδωσε ένα πενηνταράκι με την έντολή
-Πήγαινε να που πάρεις ξυλάκια.
Κείνη την εποχή, όχι μόνο οι γονείς και οι συγγενείς αλλά και οι γειτόνοι είχανε κυριαρχικά δικαιώματα πάνω μας και δεν μπορούσαμε να τους αρνηθούμε οποιαδήποτε εξυπηρέτηση. οποιοδήποτε θέλημα μας ζητούσαν να τους κάνουμε.
Ξεκίνησα λοιπό να πάω γιά.... ξυλάκια. Είχα δει σε κάποιο από τα μαγαζάκια της γειτονιάς μας που απ΄έξω σε κάποιο κουτί επάνω είχε ακουμπισμένα μικρά δεματάκια από μικρά ξυλάκια, το λεγόμενο δαδί, που χρησιμοποιούσαν τότε οι νοπικοκυρές γιά προσάναμα μιάς και το μόνο μέσο φωτιάς τότε ήσαν τα κάρβουνα.
Έδωσα το πενηνταράκι, πήρα ένα δεματάκι ξυλάκια και ξεκίνησα να το παραδώσω.
Μόλις τα είδε η γειτόνισσα ξέσπασε σε γοερές κραυγές σαν να είχε έλθει η συντέλια του κόσμου.
-Βρε αναθεματισμένο, τι είναι αυτά που μου έφερες; Εγώ σου είπα ξυλάκια, μου λέει.
Βρήκα λίγο θάρρος γιά να υπερασπιστώ τις γνώσεις μου.
-Και τ΄είναι αυτά; της λέω. Ξυλάκια δεν είναι;
-Κακό χρόνο νάχεις γρουσούζικο, συνέχισε αυτή. Ξυλάκια είναι αυτά;
Ευτυχώς κείνη τη στιγμή βγήκε η μάνα μου, η συχωρεμένη και αποφύγαμε τα περισσότερα.
-Καλέ, της λέει. Δεν ξέρει το παιδί. Εμείς στα μέρη μας τα λέμε σπίρτα.
'Ήταν τότε που έμαθα την πρώτη κερκυραίϊκη λέξη. Ότι τα σπίρτα τα λένε ξυλάκια

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Ένα αλησμόνητο καφεδάκι…

Φίλες και φίλοι μου,

Σας καλωσορίζω στο ιστολόγιό μου (blog).
Ο τίτλος «Τα Εφτάνησα», είναι ρομαντικός αλλά και αρκετά συναισθηματικός.
Είναι ο χώρος, που πέρασα τα πιο όμορφα, τα πιο ανέμελα αλλά και τα πιο αξέχαστα χρόνια της ζωής μου.
Οι ομορφιές αυτών των νησιών είναι αυτό το κάτι που κατασταλαγμένο μέσα μου, μου δίνει πάντοτε μια νέα αγάπη για τη ζωή.
Βέβαια ο χρόνος και η απληστία των ανθρώπων δεν τα άφησε ανεπηρέαστα. Τα άγγιξε και αυτά με το καταστροφικό του χέρι το τέρας του τουρισμού.
Στο τελευταίο μου ταξίδι στην Κέρκυρα ένιωσα τον πόνο να σφίγγει την ψυχή μου σαν αναζήτησα κάποιες γωνιές, που νεαρούλης τότε με τους άλλους συνομηλίκους μου περνούσαμε στιγμές ανέμελες κι αντί γι’ αυτές βρήκα το τσιμέντο μόνο.

Με τη σύζυγό μου βρεθήκαμε στο Κανόνι. Το υπέροχο σε θέα ύψωμα πάνω από τη λίμνη του Χαλκιόπουλου και το αεροδρόμιο. Το Κανόνι κείνης της εποχής ήταν ένα μικρό καφενεδάκι με δυο τραπέζια στρογγυλά από μπλε λαμαρίνα και τέσσερεις παληοκαρέκλες. Λειτουργούσε μόνο το καλοκαίρι για όσους περνούσαν από κει για να επισκεφτούν το Ποντικονήσι.
Σήμερα τα πάντα έχουν αλλάξει. Το μικρό καφενεδάκι έγινε ένα σύγχρονο σνακ-μπαρ. Οι άκρες του λόφου έγιναν τσιμεντένιες βεράντες. Η πανέμορφη θέα έχει όλη χαθεί.
Οι βίλες κι ένας όγκος από τσιμέντο, που το ονομάζουν ξενοδοχείο, μου έσφιξε τα στήθια μου σαν είδα ότι δεν υπήρχε τίποτε από τα παλιά.
Κατεβήκαμε στα ριζά του λόφου και με μια βάρκα περάσαμε στο Ποντικονήσι. Ευτυχώς εδώ, στο πανέμορφο μικρό νησάκι η επέμβαση του σύγχρονου ανθρώπου έχει απαγορευτεί. Ανεβήκαμε στο μικρό εκκλησάκι. Κυριακή πρωί. Ένας απλός παπάς, χωρίς χρυσοποίκιλτα άμφια έψαλε μόνος του. Είμαστε οι μόνοι επισκέπτες. Μας καλωσόρισε με μια κίνηση του κεφαλιού του και συνέχισε την ψαλμωδία.

.
Άφησα τη γυναίκα μου και πήγα δίπλα στο μικρό μαγαζάκι που πουλούσε θρησκευτικά σουβενίρ. Ένας νέος άνθρωπος σκυμμένος πάνω σ’ ένα καμινέτο ετοίμαζε καφέ. Τον ρώτησα αν πουλάει καφέ.
-Όχι κύριε μου λέει. Απαγορεύεται. Όμως ετοιμάζω τον δικό μου και θα βάλω κι ένα για σένα. Πως τον πίνεις.
Τι σημασία είχε για μένα πως τον πίνω. Εκείνο που μετρούσε ήταν η ανθρωπιά που συνάντησα. Η ανθρωπιά που μου θύμισε τους κατοίκους του νησιού κείνης της εποχής.
Απολαύσαμε παρέα τον καφέ μαζί με τον υπέροχο αυτόν άνθρωπο κάτω από τη σκιά των δέντρων.
Έχουν περάσει χρόνια. Κάθε φορά που ετοιμάζω σπίτι μου ένα καφέ θυμάμαι κείνον τον αξέχαστο άνθρωπο και την χαρά με την οποία απόλαυσα εκείνον τον καφέ χρόνια πριν. Είναι κάποιες στιγμές της ζωής μας που δεν ξεχνιούνται με τίποτα.
Θα τα ξαναπούμε σύντομα.

Να ’στε καλά.

Ντέννης Κονταρίνης

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ


Φίλοι μου γειά σας,

Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος δικός μας, Έλληνας μετανάστη. Απόδημος, όπως αρέσει να τους ονομάζουν. Κάποιοι λένε ότι είμαι ένα καλό βιβλίο αλλά δεν με αγοράζουν. Άλλοι λένε ότι δεν αξίζω τίποτα και ούτε αυτοί με αγοράζουν. Πάντως εγώ είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Έχω ένα όμορφο εξώφυλλο με μια έγχρωμη φωτογραφία από κάποιο τοπείο. Ο τίτλος του βιβλίου είναι γραμμένος με μεγάλα γράμματα. Στο οπισθόφυλλό μου είναι η βιογραφία αυτού του φουκαρά που με έγραψε. Εκεί, σ’ αυτό το οπισθόφυλλο, αναφέρει τις σπουδές του, τους τίτλους του, τους αγώνες του, τι έχει γράψει και τι άλλο θα γράψει - αν τα καταφέρει - και έχει και μια φωτογραφία του. Είναι συμπαθητικός παρ’ όλη την καράφλα του, την σκοροφαγωμένη γενειάδα του και την κάπως κακοφτιαγμένη μύτη του. Κατά τα άλλα είναι καλός. Πολύ καλός. Σαν άνθρωπος εννοώ. Σαν συγγραφέας, εγώ τι να πω; Αν κάποιος αποφασίσει να με διαβάσει ίσως να πει μια γνώμη.
Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς λοιπόν σαν όλα τα άλλα. Έχω κι εγώ τις σελίδες μου με τα νούμερά τους, έχω όμορφα γράμματα και μερικές φωτογραφίες. Κατοικώ σ’ ένα ελληνικό παντοπωλείο της Νέας Υόρκης. Δεν έχει σημασία αν είναι στην Αστόρια, στο Μπρούκλυν, στο Φλάσινγκ. Σημασία έχει ότι είναι ένα ελληνικό παντοπωλείο
που με φιλοξενεί - καλωσύνη του - με την ελπίδα να με πουλήσει να πάρει κάποια δολλάρια και να πάρει και άλλα λίγα αυτός ο φουκαράς που στραβώθηκε να με γράψει.
Βέβαια θα μπορούσα να κατοικώ στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου παρέα με άλλα βιβλία και όχι με τις εληές και τις σαρδέλες. Βλέπετε όμως κανείς δεν φρόντισε να υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο για μας. Για τα ελληνικά βιβλία της ξενητιάς. Ποιος να φροντίσει;
Εδώ, στο παντοπωλείο που βρίσκομαι έχω τη τιμή να συγκατοικώ με τις εληές και τις σαρδέλες. Μη γελάτε!! Τι συντροφιά περιμένατε να έχω σε ένα παντοπωλείο; Και δεν είναι μόνο αυτές. Λίγο πιό πέρα διακρίνω κάτι τυριά, σε κάποια ράφια είναι τα όσπρια κι ακόμη υπάρχουν ταραμοσαλάτες, τυροκαφτερές, διάφορα τουρσιά, λακέρδες, χταποδάκι ξυδάτο φύλλο για μπακλαβά και καταϊφι και πολλά άλλα. Όλοι μαζί πιστέψτε με είμαστε μια πάρα πολύ όμορφη παρέα.
Η αλήθεια είναι πως σαν πρωτόρθα εδώ όλοι αυτοί με κοίταξαν με κάποια απορία. Ένα βιβλίο ανάμεσά μας, αναρωτήθηκαν. Τι ζητάει εδώ μέσα. Βέβαια εγώ δεν τους έδωσα σημασία. Προσπάθησα να κρατηθώ στο ύψος μου. Να κρατήσω τη θέση μου. Είμαι ένα βιβλίο, έλεγα στον εαυτό μου. Ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Δεν θα γίνω το ίδιο με τις εληές και τις σαρδέλες!! Με τον καιρό όμως συνήθησα. Άρχισα να τους συμπαθώ όλους εκεί μέσα. Κι΄ακόμη άρχισε να μην με ενοχλεί η μυρουδιά του μπακάλικου.
Παρακολουθώ τους πελάτες που έρχονται γιά να ψωνίσουν. Αγοράζουν από όλα τα είδη. Κανείς τους όμως δεν ρίχνει μιά ματιά και σε μένα. Βλέπω τις εληές και τις σαρδέλες να φεύγουν, να έρχονται άλλες, να φεύγουν κι αυτές κι εγώ μένω εκεί. Κανείς δεν με κοιτάζει. Καμμιά φορά κάποιος μου δίνει και μιά σπρωξιά γιατί τον εμποδίζω να δει καλύτερα τις εληές και τις σαρδέλες. Ένας άλλος πάλι με πήρε και με πέταξε πάνω σ’ ένα τσουβάλι με φασόλια γίγαντες. Έννοιωσα άσχημα παρ’ όλη τη συμπάθεια που έχω για τα φασόλια γίγαντες.
Κάπου-κάπου περνάει αυτός ο ταλαίπωρος που με έγραψε, ο συγγραφέας που λένε, ρίχνει μιά ματιά, βλέπει πως είμαι εκεί και φεύγει απελπισμένος. Τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Αλλά τι να του κάνω κι εγώ. Ήρθε στην ξενητιά για να προκόψει κι αντί να πάει να πουλάει εληές και σαρδέλες πήρε να γράφει βιβλία. Ποιός του φταίει;
Μιά μέρα που μπήκε στο μπακάλικο το αφεντικό του έβαλε τις φωνές.

− Φίλε. Πάρε τη σαβούρα σου από δω να μου αδειάσεις το χώρο. Τον χρειάζομαι γιά να βάλω άλλα πράμματα να βγάλω κάνα δολλάριο.

− Εν τάξει άνθρωπέ μου, του λέει ο δικός μου, ο συγγραφέας. Θάρθω αύριο να τα πάρω. Θα
πάνε όλα γιά τη χωματερή.

Τώρα βέβαια εγώ δεν ξέρω τι είναι η χωματερή αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι χειρότερο από το μπακάλικο γιατί τον είδα, τον δικό μου, σε μιά στιγμή να δακρύζει. Έσκυψε, με πήρε στα χέρια του, με κοίταζε καλά-καλά και είδα το δάκρυ που κυλούσε από το μάτι του. Τον λυπήθηκα τον φουκαρά. Γι’ αυτό σας λέω φίλοι μου. Κάντε κάτι. Προωθήστε αυτό το γράμμα μου όπου μπορείτε. Στείλτε το σε όλους όσους νομίζετε ότι μπορούν να με αγαπήσουν. Δείξτε το στους δικούς σας, στους συγγενείς σας, στους, φίλους σας. Μα πιό πολύ δείξτε το στα παιδιά σας. Μην αρχίσουν κι αυτά να γράφουν ελληνικά βιβλία της ξενητιάς γιατί τα βλέπω να καταντάνε σαν τον δικό μου, τον συγγραφέα. Φίλοι μου. Βοηθείστε με. Δεν θέλω να πάω στη χωματερή. Στείλτε το γράμμα μου όπου μπορείτε. Προς Θεού όμως. Σας παρακαλώ μην ενοχλήστε την ελληνική Κυβέρνηση, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού, το ΣΑΕ, την Αρχιεπισκοπή. Οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να ασχοληθούν με μένα. Έχουν άλλα πιό σοβαρώτερα να κάμουν. Αφήστε τους αυτούς. Μην τους δημιουργήσετε πρόβλημα. Αμφιβάλω αν γνωρίζουν τι είναι το ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Γειά σας φίλοι μου. Φεύγω γιά την χωματερή.